Print this page

Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Όταν η Δικαιοσύνη επιστρατεύεται για να σώσει την κυβέρνηση η Δημοκρατία πεθαίνει…

Ιανουαρίου 19, 2026

Η κλήση σε απολογία του κτηνοτρόφου και αγροτοσυνδικαλιστή Θωμά Μόσχου από τον Άρειο Πάγο δεν είναι μια «ουδέτερη» θεσμική πράξη. Είναι πολιτικό γεγονός. Και ως τέτοιο οφείλουμε να το κρίνουμε.

Ένας άνθρωπος της παραγωγής, ένας εκτροφέας αιγοπροβάτων, ένας μικρός παραγωγός γαλακτοκομικών, καλείται να απολογηθεί επειδή τόλμησε να πει δημόσια αυτό που λέει η επιστήμη, ότι ο εμβολιασμός των ζώων είναι μέτρο προστασίας απέναντι στην ευλογιά. Όχι επειδή διέσπειρε ψέματα ή επειδή προέτρεψε σε παρανομία. Αλλά επειδή επικαλέστηκε την επιστήμη και δεν στήριξε το κυβερνητικό αφήγημα Επειδή συμμετείχε στην οργάνωση των αγροτικών κινητοποιήσεων και την προβολή των διεκδικήσεων των αγροτών και κτηνοτρόφων Επειδή δεν συνεμορφώθει, δεν σιώπησε.

Αυτό από μόνο του αρκεί για να σημάνει συναγερμό.

Δεν υπάρχει παρεξήγηση στην υπόθεση του Θωμά Μόσχου. Δεν υπάρχει «υπηρεσιακή αστοχία». Δεν υπάρχει κακή στιγμή. Υπάρχει πολιτική επιλογή. Και αυτή η επιλογή έχει έναν στόχο, να σωπάσει όποιος μιλά, να φοβηθεί όποιος σηκώνει κεφάλι, να διαλυθεί κάθε συλλογική φωνή που δεν ελέγχεται.

Φυσικά και  δεν είναι λάθος. Είναι προειδοποίηση προς όλους.

Όταν ο δημόσιος λόγος μετατρέπεται σε ποινικό δικονομικό αντικείμενο, δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για κράτος φόβου με νομικό περίβλημα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν επιχειρεί απλώς να ελέγξει τη διαχείριση μιας ζωονόσου. Επιχειρεί να ελέγξει ποιος μιλά, τι λέει και με ποιον τρόπο.

Όποιος μιλά χωρίς άδεια, όποιος παρεμβαίνει κοινωνικά όποιος κινητοποιείται χωρίς να ανήκει στον κύκλο της εξουσίας, όποιος επικαλείται γνώση αντί για κυβερνητικές οδηγίες, στοχοποιείται. Αυτό είναι το μήνυμα. Και είναι σαφές.

Το κράτος της ανικανότητας μεταμφιέζεται σε κράτος τάξης, όταν η κυβέρνηση αποτυγχάνει να προστατεύσει την αγροτική παραγωγή. αποτυγχάνει να σχεδιάσει, να προλάβει, να στηρίξει. Και όπως κάθε ανίκανη εξουσία, αντί να λογοδοτήσει, αναζητά ενόχους για να καλύψει τις ευθύνες της.

Αντί να ελεγχθούν οι πολιτικά υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κρίσης, τις παράνομες μοιρασιές των ευρωπαϊκών ενισχύσεων καλείται σε απολογία ο άνθρωπος που ζει από τα ζώα του δουλεύει τη γη και παράγει. Είναι στους κορυφαίους σε ευρωπαϊκό επίπεδο σαν βιολογικός παραγωγός. Δεν ζει από συμβάσεις, από επικοινωνιακές καμπάνιες, από κυβερνητικά γραφεία. Δεν πίνει ρακή με τους Φραπέδες και τους Χασάπηδες. Δεν φωτογραφίζεται με Μητσοτάκη , Βορίδη, Αυγενάκη. 

Η επιβολή της καταστροφικής ΚΑΠ και της συμφωνίας μερκοσουρ βαφτίζεται τάξη. Ο φόβος βαφτίζεται νομιμότητα.Η φίμωση βαφτίζεται προστασία.

Σε τέτοιες στιγμές, η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται θεωρητικά. Κρίνεται έμπρακτα. Και όταν ανώτατοι δικαστικοί μηχανισμοί εμπλέκονται σε υποθέσεις που αφορούν κοινωνική παρέμβαση και δημόσιο λόγο, τότε η Δικαιοσύνη παύει να είναι ουδέτερη. Γίνεται παίκτης.

Δεν είναι βέβαια συλλογικά ένοχη, αλλά η ηγεσία της είναι συνυπεύθυνη. Γιατί επιλέγει

Η κλήση σε απολογία δεν πέφτει σε κενό. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η Δικαιοσύνη εμφανίζεται —δικαίως ή αδίκως— να λειτουργεί υπό τη βαριά σκιά της εκτελεστικής εξουσίας. Όταν αγροτοσυνδικαλιστές στοχοποιούνται, όταν κοινωνικές ομάδες «μαρκάρονται» ως επικίνδυνες, όταν η κριτική βαφτίζεται απειλή, τότε η δημοκρατική νομιμότητα τραυματίζεται.

Κανείς δεν λέει ότι η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να ερευνά. Όμως άλλο η έρευνα και άλλο η εκφοβιστική επίδειξη ισχύος. Άλλο η προστασία της δημόσιας υγείας και άλλο η φίμωση όσων δεν ευθυγραμμίζονται με το κυβερνητικό αφήγημα.

Η διάβρωση του κύρους της Δικαιοσύνης δεν προέρχεται από την κοινωνία. Προέρχεται από τους ίδιους τους ανώτατους δικαστές που έχουν επιλέξει την προσαρμογή στην εκτελεστική εξουσία.

Οι «κατά παραγγελία αποφάσεις» δεν είναι λαϊκή υπερβολή. Είναι κοινωνική διαπίστωση. Όταν κρίσιμες υποθέσεις ευθυγραμμίζονται σταθερά με τις ανάγκες της κυβέρνησης, όταν κοινωνικές φωνές αντιμετωπίζονται με υπερβάλλοντα ζήλο και σκάνδαλα εξουσίας χάνονται στη θεσμική λήθη, τότε δεν μιλάμε για ανεξαρτησία.

Μιλάμε για υποταγή με μανδύα νομιμότητας.

Οι ανώτατοι δικαστές δεν είναι αδύναμοι. Έχουν ισχύ, εγγυήσεις, ιστορική ευθύνη. Κανείς δεν τους υποχρεώνει να λειτουργούν ως μηχανισμός πειθάρχησης. Το κάνουν γιατί το επιλέγουν. Και αυτή η επιλογή τους καθιστά συνυπεύθυνους για την απονομιμοποίηση του θεσμού.

Η Δικαιοσύνη ζει μόνο όσο την πιστεύουν. Και σήμερα, με ευθύνη της κορυφής της, δεν την πιστεύουν.

Όταν έναν αγροτοσυνδικαλιστή τον καλεί να απολογηθεί η ανώτατη δικαστική εξουσία για τις απόψεις του. Τότε υπάρχει πρόβλημα, τότε η Δικαιοσύνη έχει αλλάξει ρόλο. Από εγγυητής της δημοκρατίας μετατρέπεται σε συνδιαχειριστή του φόβου.

Η Ιστορία δεν σέβεται αξιώματα. Σέβεται στάσεις. Και αυτή η περίοδος θα καταγραφεί ως περίοδος όπου η Δικαιοσύνη υποχώρησε , παραιτήθηκε με ή χωρίς ανταλλάγματα.

 

Από όλα αυτά τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς πολιτική κάλυψη. Το Μαξίμου έχει οικοδομήσει μια κουλτούρα κοινωνικής εξόντωσης, όποιος αντιστέκεται, στοχοποιείται. Όποιος επιμένει, εκφοβίζεται. Όποιος δεν συμμορφώνεται, «ελέγχεται».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι παρατηρητής. Είναι πολιτικά υπεύθυνος για ένα σύστημα που δεν κυβερνά αλλά πειθαρχεί. Που δεν συνομιλεί αλλά επιβάλλεται. Που δεν λογοδοτεί αλλά απειλεί.

Μπροστά στη συνάντηση με την αγροτική αντιπροσωπεία, η κυβέρνηση ενεργοποιεί το πιο παλιό και πιο βρώμικο εργαλείο της, διαίρει και βασίλευε.

Στην αρχή ο ένας συνδικαλιστής, μετά ο άλλος. Πρόσωπα εναλλάξ, για να μην υπάρξει ενιαία φωνή. Για να παρουσιαστεί μια αγροτιά κατακερματισμένη, ακίνδυνη, ελέγξιμη. Η στοχοποίηση του Μόσχου εντάσσεται πλήρως σε αυτή τη στρατηγική. .

Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν τόσο εύκολο χωρίς τη σιωπή της αντιπολίτευσης. Μια αντιπολίτευση που βλέπει αλλά δεν συγκρούεται. Που γνωρίζει και δεν ρισκάρει. Που μετρά κόστος αντί να υπερασπίζεται τη δημοκρατία. Όταν η ποινικοποίηση του λόγου, η στοχοποίηση συνδικαλιστών και η κατά παραγγελία εφαρμογή της δικαιοσύνης δεν προκαλούν πολιτικό σεισμό, τότε η αντιπολίτευση δεν είναι απλώς ανεπαρκής, είναι συνένοχη δια της αδράνειας.

Η Αριστερά, η πολιτική δύναμη που ιστορικά υπερασπίστηκε την κοινωνία απέναντι στην αυθαιρεσία, σήμερα έχει υποχρέωση όχι μόνο να μιλήσει, αλλά να δράσει με όρους σκληρής υπεράσπισης των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν μεσοβέζικες κινήσεις, δεν υπάρχουν ανακοινώσεις που «δείχνουν ενδιαφέρον». Η αδράνεια απέναντι στην υποταγή της Δικαιοσύνης, στην φίμωση του λόγου, στη στοχοποίηση αγροτοσυνδικαλιστών, ισοδυναμεί με ανοχή στον εκφοβισμό και την αυθαιρεσία.

Η Αριστερά οφείλει να σηκώσει τον λόγο και την πράξη της ενάντια στην εξουσία που ποινικοποιεί την αλήθεια, να συγκρουστεί αποφασιστικά με τα θεσμικά παιχνίδια που καθημερινά αποδομούν τη Δικαιοσύνη, και να υπερασπιστεί όσους απειλούνται για το δημόσιο καθήκον τους. Κάθε καθυστέρηση, κάθε υποχώρηση, κάθε «στρατηγική αναμονής» είναι καταστροφική σε βάρος του λαϊκού κινήματος. Και η ιστορία θα το καταγράψει.

Και τώρα η αλήθεια χωρίς καμία ωραιοποίηση, αν το συνδικαλιστικό κίνημα στο σύνολό του  δεν σηκώσει αυτή την υπόθεση συλλογικά, επιθετικά και δημόσια, τότε έχει τελειώσει, τότε παύει να έχει λόγο ύπαρξης.

Όταν καλείται σε απολογία ένας συνδικαλιστής για τον λόγο του και οι υπόλοιποι περιμένουν, τότε η εξουσία έχει ήδη νικήσει. Η στοχοποίηση ενός είναι μήνυμα προς όλους.

Σήμερα είναι ο Μόσχος.

Αύριο θα είναι οποιοσδήποτε δεν σιωπήσει.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν διαχειρίζεται κρίσεις. Τις φοβάται. Το έδειξε και στην περίοδο της πανδημίας  έχουμε την εμπειρία δεν ξεχνάμε τόσο εύκολα. 

Και όταν φοβάται, αντιδρά με τον ίδιο τρόπο πάντα, καταστολή, στοχοποίηση, διάσπαση. Απέναντι στην ευλογιά, απέναντι στους κτηνοτρόφους, απέναντι στους αγρότες και την αγροτική παραγωγή. Υπάρχει  αμηχανία. Και πίσω από την αμηχανία, πανικός. Ο πανικός μιας εξουσίας που ξέρει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση και αναζητά εχθρούς για να κρύψει τις ευθύνες της.

Έτσι φτάνουμε στο αδιανόητο να καλείται να απολογηθεί,
ο άνθρωπος που υπερασπίζεται τη ζωή των ζώων,
ο άνθρωπος που επικαλείται επιστήμονες,
ο άνθρωπος που μιλά δημόσια,
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από υπουργούς, υπηρεσιακούς παράγοντες ή «αστοχίες». Η κουλτούρα του εκφοβισμού, της στοχοποίησης και της φίμωσης είναι πολιτική γραμμή.

Γύρω από το Μαξίμου λειτουργεί ένας μηχανισμός κοινωνικής εξόντωσης,
δολοφονία χαρακτήρα ,απειλές, ποινικοποίηση της διαφωνίας, διαρκής υπόνοια απέναντι σε όποιον δεν υπακούει. Δεν είναι τυχαίο. Είναι μεθοδικό. Και έχει έναν στόχο, να μην σηκώσει κεφάλι κανείς.

Μια κυβέρνηση που επιχειρεί —έστω και εμμέσως— να εκβιάσει, να στοχοποιήσει και να τρομοκρατήσει κοινωνικούς εκπροσώπους δεν δικαιούται να κυβερνάει πλέον. Η δημοκρατία δεν αντέχει άλλες «παρεξηγήσεις». Δεν αντέχει άλλο φόβο. Δεν αντέχει άλλη σιωπή.

Πρέπει να το γνωρίζουμε, ότι η  δημοκρατία δεν καταλύεται μόνο με τα

πραξικοπήματα αλλά και όταν η εκτελεστική εξουσία επιβάλλει, η νομοθετική επικυρώνει, και η δικαστική προσαρμόζεται,

Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει.

Όχι γιατί απλά «έκανε λάθη».

Αλλά γιατί επανειλημμένα ξεπέρασε τα όρια

Δεν διορθώνεται. Δεν αλλάζει. Απομακρύνεται.

Είναι  δημοκρατική ανάγκη.

Και αν δεν απομακρυνθεί πολιτικά, τότε η ευθύνη θα βαραίνει όλους όσους βλέπουν, καταλαβαίνουν και σιωπούν.