Το «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» δεν είναι μουσειακό είδος για να ασχολούμαστε μαζί του κάθε χρόνο, στην επέτειό του, στις 17 του Νοέμβρη.
Το «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» είναι ένα ζωντανό σύμβολο που πρέπει να καθοδηγεί τη ζωή μας όσο παραμένουν ανεκπλήρωτα τα οράματά του για: «ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».

Κάθε χρόνο, στην επέτειό του, το Πολυτεχνείο μας καθίζει στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Μας κατηγορεί γιατί εκείνες τις τρεις μέρες που τα παιδιά πίσω από τα κάγκελα έγραφαν Ιστορία, εμείς μείναμε απ’ έξω. Ενώ ακούγαμε εκείνη την παλλόμενη φωνή του εκφωνητή από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου να μας καλεί με τη φράση «κατεβείτε κάτω…κατεβείτε κάτω», εμείς όχι μόνο δεν κατεβήκαμε κάτω, αλλά κλειδαμπαρώσαμε πόρτες και παράθυρα και αγκαλιάσαμε την ζωούλα μας, ακούγοντας τους πυροβολισμούς να σπέρνουν νεκρούς και τα τανκς να ετοιμάζονται για την εισβολή στο Πολυτεχνείο. Έτσι ο ελληνικός λαός έχασε εκείνη τη νύχτα την ιστορική ευκαιρία να είναι εκείνος που θα ανέτρεπε τη χούντα και θα έφερνε στη χώρα την Ελευθερία και τη Δημοκρατία, αποφεύγοντας το όνειδος να ακούει τους Τούρκους να λένε πως χάρη σ’ εκείνους, χάρη στην εισβολή που έκαναν στην Κύπρο, μας πρόσφεραν τα δώρα αυτά.
Και δεν είναι αυτό μόνο. Στη συνέχεια, μετά την μεταπολίτευση, έπεσαν τα κόμματα ως λυσσασμένες ύαινες πάνω στο Πολυτεχνείο για να προσπορίσουν δόξα και εκλογικά-κομματικά οφέλη με αποτέλεσμα σήμερα ο εορτασμός του Πολυτεχνείου να έχει γίνει ένα «αδειανό πουκάμισο».
Τέλος, για να δώσουν στο Πολυτεχνείο τη χαριστική βολή, βγαίνουν κάθε χρόνο οι επίγονοι της χούντας και βωμολοχούν κατά του Πολυτεχνείου αμφισβητώντας τους Νεκρούς του, χύνοντας το φαρμάκι τους στις ψυχές των νέων παιδιών, που δεν γνώρισαν το Πολυτεχνείο και γίνονται εύκολα θύματα των φασιστών προπαγανδιστών του διαδικτύου.
Αυτοί οι χουντικοί επίγονοι και απολογητές της δικατορίας, ας σκύψουν πάνω στις τραγικές εξομολογήσεις-μαρτυρίες του πατέρα τού Διομήδη Κομνηνού και της μάνας του Μιχάλη Μυρογιάννη κι αν δεν έχουν τη λεβεντιά (πού να τη βρουν άραγε;) να ζητήσουν γονυπετείς συγγνώμη για όσα κάθε χρόνο διασπείρουν ισχυριζόμενοι πως οι νεκροί του Πολυτεχνείου είναι ένα ψέμα, τουλάχιστον ας σιωπήσουν.
«εκάς οι βέβηλοι»!!!
(Το κείμενο που παρατίθεται είναι προϊόν προσωπικής απομαγνητοφώνησης από το ντοκιμαντέρ-ντοκουμέντο του αρχείου της ΕΡΤ, με τίτλο «ΘΥΜΑΜΑΙ…».
Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Σταύρου Στρατηγάκου και το ρεπορτάζ του Ηλία Γκρη.
Πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκουμέντο με τις μαρτυρίες του Γιάννη Κομνηνού, πατέρα του 17χρονου μαθητή Διομήδη Κομνηνού που δολοφονήθηκε με σφαίρα στην καρδιά και της Ανθής Μυρογιάννη, μητέρας του 20χρονου σπουδαστή, Μιχάλη Μυρογιάννη, που εκτελέστηκε εν ψυχρώ με σφαίρα στο κεφάλι, από τον ταγματάρχη Νικόλαο Ντερτιλή.
Οι δύο γονείς μιλούν για τα παιδιά τους, τη συμμετοχή τους στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκαν, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν τον χαμό τους.)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ: Πατέρας του Διομήδη Κομνηνού

«Ο Διομήδης, θα ξέρετε ίσως, ότι ήταν τελειόφοιτος του Γυμνασίου. Προπαρασκευαζόταν από την αρχή του 1973 για να δώσει εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και προπαρασκευαστής του ήταν ένας τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου. Το Πολυτεχνείο, λοιπόν, ήτανε ο χώρος του. Δεύτερο και πολύ-πολύ σημαντικό: Ο Διομήδης ήταν τύπος αγωνιστικός και ένα παιδί προβληματισμένο και ένα παιδί πολιτικοποιημένο. Στα γεγονότα της Νομικής Σχολής ο Διομήδης είχε πάρει μέρος. Την ημέρα που μπήκαν μέσα στη Νομική Σχολή και την άδειασαν, ο Διομήδης δάρθηκε ανηλεώς και το ίδιο βράδυ κρύφτηκε στο σπίτι του Γιάννη του Κουτσοχέρα, που ήταν και ο ίδιος τραυματισμένος εκείνη την ημέρα. Έχουμε, λοιπόν, εδώ κάτι που μας ορίζει τα πράγματα: Ήταν προετοιμασμένος για να είναι στο Πολυτεχνείο. Υπάρχει και ένα τρίτο: Ότι ο Διομήδης Κομνηνός είχε μια προπαρασκευή εσωτερική. Εξαρτάται πολλές φορές από την οικογένεια: ΤΙ θα διδάξει, ΤΙ θα μάθει, ΤΙ θα διηγηθεί. Ήταν, λοιπόν, φυσικό, να είναι μέσα στο Πολυτεχνείο.
Τις μέρες του Πολυτεχνείου ερχότανε μόνο το πρωί κάποια ώρα , να πλυθεί, ν’ αλλάξει και να ησυχάσει τη μητέρα του και μετά αστραπή και πάλι στο Πολυτεχνείο. Ήταν κάτι δεδομένο ότι ο Διομήδης είναι στο Πολυτεχνείο και έξω από το Πολυτεχνείο. Κανένας δεν αποτολμούσε να του πει «μην πας, απαγορεύεται να πας». Η Νομική Σχολή ήτανε…πριν, το ξεκίνημα, για να φύγει ο κόσμος από τα κοινότυπα, τα καθημερινά, και για να βγουν οι πολίτες από το λήθαργο. Κάπου γράφω εδώ ότι το Πολυτεχνείο (και πράγματι έτσι είναι) ήταν το επιστέγασμα, η κορύφωση. Το Πολυτεχνείο για τον Διομήδη και τις μέρες του Πολυτεχνείου, γενικά, ήταν μέρος όπου δεν μπορούσε να λείψει. Κανένα τρόπο να τον αποτρέψουμε. Τον αφήσαμε.
Υπάρχει κι ένα γνωμικό. Λέει ότι: «Αν τα νιάτα ήξεραν κι αν τα γηρατειά μπορούσαν». Αποδείχτηκε εκείνες τις μέρες ότι τα γηρατειά ΔΕΝ μπορούσαν και, κυρίως, ΔΕΝ ήξεραν. Κι αποδείχτηκε ότι τα νιάτα ΚΑΙ μπορούσαν αλλά, κυρίως, ΗΞΕΡΑΝ.
Ότι κάτι θα συνέβαινε έβγαινε συμπερασματικά από το γεγονός ότι δεν είχε επιστρέψει το απόγευμα της Παρασκευής σπίτι, παρά το γεγονός ότι η Αθήνα είχε γεμίσει δακρυγόνα και ακούγονταν να πέφτουν σφαίρες παντού. Συνεπώς, πολύ γρήγορα η ανησυχία μας πέρασε κι έγινε αγωνία. Επανειλημμένα τηλεφωνήματα στη μητέρα του εγώ…ήμουν στη δουλειά μου… «Δεν έχει επιστρέψει…κάτι συμβαίνει…». Και πράγματι κατεβαίνω κάτω, στο Πολυτεχνείο. Στο δρόμο βαζελίνες στα μάτια…σταμάτησα…κόσμος πολύς περνούσε για να πάει στο σπίτι του…δεν μπορούσε να περάσει…γυρίζαμε πίσω… . Γύρω στις 10 η ώρα και κάτι, κατάφερα να βγω από την Σκουφά στη Ναυαρίνου και από κει να βγω προς τα Εξάρχεια. Έφτασα στο Πολυτεχνείο απ’ την πίσω μεριά, Στουρνάρα και Μπουμπουλίνας. Να μπω μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν αδύνατον. Υπήρχαν μικρές φωτιές αναμμένες γύρω-γύρω, στα πεζοδρόμια, για τα δακρυγόνα … απαγορευότανε η προσπέλαση … απαγορευότανε να βγούμε προς την οδό Πατησίων… . Ε, η υποψία ότι είναι μέσα στο Πολυτεχνείο, για κάποιον που θέλει να πιστεύει ότι το παιδί του είναι ζωντανό, ήτανε η καλύτερη που θα μπορούσαμε να έχουμε.
Είχε (κι αυτό μέσα από τις μαρτυρικές καταθέσεις)…είχε μεταφέρει (ο Διομήδης) δυο τραυματίες από την Αβέρωφ στην πλατεία Κάνιγγος. Από κει παρέδωσαν (ήταν και μ’ έναν άλλο φίλο του μαζί) τους δυο τραυματισμένους, για να τους πάνε στα νοσοσκομεία. Υπήρχαν άνθρωποι που τους βάζανε στα αυτοκίνητα και έφευγαν, διότι τα αυτοκίνητα των Πρώτων Βοηθειών δεν επαρκούσαν, γιατί πάνω σ’ αυτά υπήρχαν αστυνομικοί. Αυτοί έφερναν βόλτα γύρω – γύρω το τετράγωνο του Πολυτεχνείου κι έριχναν δακρυγόνα από τα αυτοκίνητα των Πρώτων Βοηθειών, από τα Ασθενοφόρα. Γύρω από το Πολυτεχνείο υπήρχαν ομάδες αστυνομικών με ή χωρίς πολιτική περιβολή. Αυτοί ήτανε στρατοπεδευμένοι, θα έλεγα, εκεί που είναι ο Κήπος του Μουσείου. Έριχναν, λοιπόν, πυρά προς την οδό Αβέρωφ . Τα παιδιά που ήθελαν να φύγουν, οι περαστικοί που ήθελαν να φύγουν, έστριβαν προς την οδό Αβέρωφ. Αλλά εκεί τους περίμεναν πυρά από τη συμβολή της Μάρνη και της 3ης Σεπτεμβρίου, από φρουρούς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που ήταν, τότε, Μάρνη και 3ης Σεπτεμβρίου γωνία. Είχαν κάνει, μάλιστα, και ανάχωμα και ήταν κρυμμένοι πίσω από κει. Αυτή η περίφημη «μεικτή φρουρά» αποτελείτο από σαράντα πρόσωπα. Και τη λέγανε «η φρουρά» διότι ήταν αστυφύλακες, χωροφύλακες και πυροσβέστες. Εκτελούσαν διατεταγμένη, που λένε, υπηρεσία.
Εκεί, την ώρα που τραβάει (ο Διομήδης) τον τρίτο τραυματία, παιδί με τραύμα διαμπερές στο πόδι, και ορθώνεται για να τον σηκώσει, διότι έφτανε από τη γωνία πεσμένος κάτω, σε απόσταση 6 έως 7 μέτρων, τον πυροβολούν…μια σφαίρα στην καρδιά… και έμεινε άπνους.

Γύρισα στο σπίτι και εκεί ήταν μαζεμένη η οικογένεια ολόκληρη αλλά και οι άνθρωποι από πάνω…από κάτω… στην πολυκατοικία…κρεμασμένοι όλοι από τα μπαλκόνια…η αγωνία παρατάθηκε. Ακούγαμε τον Σταθμό του Πολυτεχνείου. Κάποτε, ύστερα από άπειρες μεταβάσεις μου προς το πάρκο και προς το Πολυτεχνείο, μέσα απ’ το πάρκο…με μια τρομοκρατία που μας αγκάλιαζε από παντού…γύρισα πάλι πίσω. Και τότε ήρθε η στιγμή που έκλεισε ο Σταθμός του Πολυτεχνείου και ξέραμε ότι τώρα θα γίνουν οι συλλήψεις. Ευχόμαστε να έχει συλληφθεί ( ο Διομήδης), ευχόμαστε να μην έχει τραυματιστεί. Φυσικά, ο νους μας ΔΕΝ πήγαινε στο ότι έχει σκοτωθεί. Πέρασε η νύχτα ξάγρυπνη. Αυτά είναι απλά πράγματα…σε όλους θα μπορούσαν να συμβούν…ακριβώς τα ίδια πράγματα. Κι από την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα κι έτρεχα σε διάφορες μεριές να τόνε βρω, και πριν απ’ όλα στα νοσοκομεία. Θα σας αναφέρω μόνο ότι στο Ρυθμιστικό τότε στην οδό Μεσογείων και τώρα Γενικό Κρατικό, δεν με άφηναν να μπω, δεν άφηναν κανένα να μπει. Με σελοτέιπ…κάτι κόλλες διαγωνισμών στον τηλεφωνικό θάλαμο… έδειχναν 187 ονόματα…ήταν τραυματίες. Απαγορεύτηκε η είσοδος σε όλους, γιατί ήταν γεμάτοι οι διάδρομοι. Έλεγαν «φύγετε» … εφόσον δεν είναι μάλιστα εδώ, δεν υπήρχε τρόπος να ψάξει κανείς κι έφυγα.
Κάποιο δελτίο ειδήσεων, είτε στο ραδιόφωνο είτε στην τηλεόραση, δεν το είδα, ανήγγειλαν τα ονόματα των πρώτων νεκρών. Το άκουσαν άλλοι, φίλοι και με πήραν δύο τηλέφωνα: Ένας από την Αθήνα και ένας απ’ την Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος, με αναφιλητά, μου είπε: «Κάτσε κάτω…θα σου πω μια είδηση σοβαρή, φρικτή…».
Από την άλλη , κιόλας, μέρα, με το ξημέρωμα, άρχισα να τρέχω στις στρατιωτικές αρχές (ήτανε στο Σταθμό Λαρίσης κάτω) έφτασα τέλος πάντων κάποτε, με μια άδεια στην οδό Μασαλίας, ήτανε εκεί τότε το νεκροτομείο, και ήτανε μέσα ο Καψάσκης, ο ιατροδικαστής, και οι άλλοι βοηθοί του εκεί. Οπότε έπρεπε να γίνει η αναγνώριση του πτώματος.
Με οδήγησαν στον θάλαμο με τα ψυγεία, τράβηξαν ένα συρτάρι κι έβγαλαν κατεψυγμένο τον Διομήδη. Γυμνός φυσικά με ανοιχτά μάτια και στο στήθος του η σφαίρα…γύρω-γύρω πυρίτις. Διατήρησα, ναι, κτηνώδη ψυχραιμία και ζήτησα ένα ψαλίδι.
-Τι το θέλετε;
-Να κόψω μια τούφα απ’ τα μαλλιά του.
Έσκυψα, φίλησα τον γιο μου στα μάτια και στην πληγή του και αποχώρησα. Ένας αστυνομικός μου λέει: « Αχ αυτά τα παιδιά.Δεν ακούνε.». Ήταν η δική του εκδοχή.
Έσπευσα στις εφημερίδες και νομίζω είναι η μοναδική περίπτωση νεκρού (τα αποδεικτικά στοιχεία υπάρχουν) όπου αντί να πούμε «θανόντα κηδεύομεν…» πέρασα το «φονευθέντα κηδεύομεν…».
Η κηδεία έγινε την Τρίτη, την επομένη...έγινε η κηδεία. Κηδεία και ταφή είκοσι λεπτά της ώρας. Ήταν τρομοκρατημένος ως κι ο παπάς. Το ερπυστριοφόρο εκεί…η κλούβα εκεί… Πλησίασαν και οι αστυνομικοί. Ένας αξιωματικός τους είπε «καθίστε πιο πέρα»…αλλά ήτανε δυο κουμπουροφόροι μέσα και φαίνονταν οι κουμπούρες. Γρήγορα-γρήγορα έγινε η ταφή, αφού προηγήθηκε μια νεκρώσιμη ακολουθία εξαιρετικά σύντομη και καλά-καλά μόλις που πρόλαβε ο παπάς και είπε «ασπασθείτε τον». Μετά πήγαμε προς τον χώρο του ενταφιασμού και είμαστε καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι.
Αυτή είναι μια αφίσα από τον Μάιο του 1968 στη Γαλλία. Την είχαν τοποθετήσει παντού οι φοιτητές στην εξέγερσή τους και κλίνεται το ρήμα «συμμετέχω»:
συμμετέχω
συμμετέχεις
συμμετέχει
συμμετέχουμε
συμμετέχετε
επωφελούνται
Η συνέντευξη που θέλετε να μου πάρετε είναι ένα μαστίγωμα των νεύρων για μένα αλλά και για όσους έχουν χάσει ανθρώπους. Είναι σχεδόν απάνθρωπο… επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε χρόνο η ιστορία.
Ωστόσο το θεωρώ χρέος να ανταποκριθώ στην πρόσκλησή σας , γιατί υπάρχουν νέοι άνθρωποι που σήμερα ακόμα, 13 χρόνια μετά, δεν ξέρουν ακριβώς τι έγινε. Είναι καλό να τ’ ακούσουν από πρώτο χέρι. Γιατί με τα χρόνια έχει γίνει μια σαλαμοποίηση θα έλεγα και παραχαράσσεται η ιστορία από μερικούς, που είτε δεν ξέρουν είτε με τον καιρό βολεύτηκαν και τώρα πια δεν πολύ-ενδιαφέρονται για τα γεγονότα εκείνα, που πια φαίνονται πολύ μακρινά.
Η Ιστορία δεν γράφεται όσο δεν καταγράφονται τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν.
Η Ιστορία, με τη σιωπή, ή παραχαράσσεται ή παραγράφεται, για μέγιστη ζημιά του τόπου. «
ΑΝΘΗ ΜΥΡΟΓΙΑΝΝΗ: Μητέρα του Μιχάλη Μυρογιάννη

«Ο γιος μου ήτανε σπουδαστής σε σχολή και από την πρώτη στιγμή που τα παιδιά συγκεντρωθήκανε στο Πολυτεχνείο ήτανε κι εκείνος μέσα στο Πολυτεχνείο. Τη νύχτα δεν ερχότανε στο σπίτι να κοιμηθεί και όλη την ημέρα μπαινόβγαινε, ήτανε μέσα, στο Πολυτεχνείο. Ερχότανε στο σπίτι για 2-3 λεπτά, τάχα να μου δείξει πως ήτανε καλά, και αμέσως να φύγει. Τις πρώτες μέρες δεν ήτανε τόσο τρομαχτικές για μένα. Την Τρίτη-Τετάρτη είχε ξεκινήσει το Πολυτεχνείο, από την Πέμπτη-Παρασκευή άρχισα ν’ ανησυχώ πάρα πολύ. Ερχότανε το παιδί για μια στιγμή…του έλεγα: «Μιχάλη μου μην πηγαίνεις στο Πολυτεχνείο, γιατί τα παιδιά, όπως μαθαίνουμε, κινδυνεύουνε». Εκείνο μου έλεγε: «Όχι, μάνα, δεν πρέπει εμείς οι νέοι να προσπαθήσουμε να πέσει η χούντα;»
Μου ήρθε με τα μάτια κόκκινα και πρησμένα. Και του λέω:
-Θα στραβωθείς, Μιχάλη. Σταμάτα πια, με τα δακρυγόνα, με όλα αυτά, να τρέχεις.
-Μάνα, θα ρίξουμε τη χούντα, θα πέσουνε. Κοντεύουμε να ρίξουμε τη χούντα.
Πήρα πια τους δρόμους και βγήκα να πάω στο Πολυτεχνείο να δω τι γίνεται. Όποιους γνωστούς έβλεπα, φίλους του δρόμου, μου λέγανε «χτυπήσανε στο ψαχνό». Πήγαινα παρακάτω, ώσπου να φτάσω στο Πολυτεχνείο … «χτυπήσανε στο ψαχνό».
Έφυγα στο σπίτι, αφού δεν μπόρεσα πουθενά να δω τον Μιχάλη. Πέρασε λίγη ώρα, ήρθε ο Μιχάλης σε μια κατάσταση τρομερή. Χτυπημένος εδώ…τα σβέρκια του, στο λαιμό του… το πρόσωπό του…μελανιασμένος από τα γκλομπς.
Έφυγε απ’ το σπίτι, 1 η ώρα, ήτανε το μεσημέρι της Κυριακής, και μόλις έφθασε στο Πολυτεχνείο, στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρα, σταμάτησε ένα τζιπ, εκεί μπροστά, μπροστά στο Πολυτεχνείο, ακριβώς στην είσοδο, δηλαδή στην είσοδο του Πολυτεχνείου από την Πατησίων, σταμάτησε το τζιπ. Και το παιδί ήταν κάπου εκεί και βγήκε ο Δερτιλής και πυροβόλησε, σκότωσε εν ψυχρώ το παιδί μου. Γιατί; Ήθελα, τέλος πάντων…αυτό το «γιατί» με τρεμουλίζει…αγωνιώ…γιατί το σκότωσε…ποιος ήταν ο λόγος να το σκοτώσει;

Εδώ είναι που έχω τα ρούχα του Μιχάλη. Αυτήν την μπλούζα τη φορούσε όλο το 3ήμερο που ήτανε στο Πολυτεχνείο και το παντελόνι. Και τη μέρα που τον σκοτώσανε, την Κυριακή, φόρεσε άλλα ρούχα, τα οποία τα βγάλανε από πάνω του, τα σκίσανε στο νοσοκομείο και ήτανε ματωμένα. Επειδή καθόμουνα συνέχεια με τα ρούχα αγκαλιά, τα κορίτσια τα πήρανε και τα πετάξανε. Αυτό είναι ένα αναμνηστικό από το Πολυτεχνείο…μας το δώσανε…ετούτο το ραδιοπικάπ συνέχεια…το Σάββατο που κλειστήκαμε στο σπίτι με τον στρατιωτικό νόμο που κηρύχτηκε, καθότανε και άκουγε τις ειδήσεις και πόσοι σκοτωθήκανε και τι έγινε.
Φτάσαμε στο Ρυθμιστικό…κατεβήκαμε από το ταξί…ήτανε πολλοί αστυφύλακες στην είσοδο του νοσοκομείου… στο Ρυθμιστικό. Παρακάλεσα τους αστυφύλακες ότι το παιδί μου είναι χτυπημένο, επιτρέψτε μου να το δω, τέλος πάντων, μήπως θέλει κάτι, μήπως έχει ανάγκη από κάτι…
-Κυρία μου, θα φύγεις πίσω στο σπίτι σου και στο νοσοκομείο δεν θα μπεις. Το παιδί σου δεν θα το δεις.
Στις 12 η ώρα πήρε ένα τηλέφωνο. Το σήκωσε η κόρη μου και λέει «αν μπορείτε να ’ρθείτε αμέσως στο νοσοκομείο». Όταν πήγαμε στο Ρυθμιστικό και αντίκρισα το παιδί μου…μόλις άνοιξε το δωμάτιο εκείνο που ’χανε τα πτώματα μέσα, δεν πρόλαβε να το ξεσκεπάσει ο κύριος αυτός. Μόλις άνοιξε το δωμάτιο και τα πόδια του που είδα…γνώρισα…ακόμα σκεπασμένο…ότι ήταν αυτό το παιδί μου. Από τα τέσσερα πτώματα το ξεχώρισα και το αγκάλιασα από τα πόδια πρώτα και όταν είδα το πρόσωπό του, μου ήρθε τρέλα.

Συζητούσα με το παιδί για διάφορα και μου έλεγε: «Μάνα, πόσο μ’ αρέσει ο Εθνικός Ύμνος μας.Πόσο ωραία λόγια έχει»! Όταν μου τα έλεγε αυτά, έτσι…έμεινα άναυδη. Έλεγα … μα τι θέλει το παιδί από τον Εθνικό Ύμνο; Πώς να έρχεται τώρα να μου μιλάει για Εθνικό Ύμνο;
Πήραμε ένα τηλεφώνημα και μου είπανε: «Κυρία Μυρογιάννη…» και μου μίλησε αυτός… δεν θα ξεχάσω …τόσο ωραία… «Ό,τι έγινε για το παιδί σας, έγινε. Ήταν καλό να μη συμβεί αυτό, να μη χαθεί. Αφού χάθηκε όμως δεν μπορεί να διορθωθεί τίποτα. Μπορείτε τώρα να εξασφαλίσετε το οικονομικό πρόβλημα, να ζήσετε βασίλισσα. Όσα χρήματα θελήσετε, όσα χρήματα θέλετε, θα σας τα δώσουμε, αρκεί να μην μιλήσετε όταν γίνει το δικαστήριο».
*Επισήμως, και μέσα από την πυκνή ομίχλη που σκόρπισε η χούντα για να σκεπάσει τα εγκλήματά της, αναφέρονται 40 νεκροί και τουλάχιστον 2.000 τραυματίες κατά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών)
Αδυναμία Γραφής
Τον γνώρισα απ’ τα γυμνά του πόδια
που δεν είχαν σκεπαστεί
Τον αγκάλιασα από κει
κι όταν σήκωσα το σεντόνι
κι είδα του γιου μου το πρόσωπο
πήγα να χαθώ
Τράβηξα το συρτάρι
Τον είδα γυμνό με τα μάτια ανοιχτά
Και τη σφαίρα στο στήθος
Ζήτησα ένα ψαλίδι
Να κόψω μια τούφα απ’ τα μαλλιά του
Φίλησα το παιδί μου στα μάτια
στην πληγή του και έφυγα
Προσπαθώ κάποια γραφή να βρω
για τούτα τα δίχως λυγμό ξερά
μη και στραβά τα’ αγγίξω
Σαν από θαύμα δεν μπορώ
Πρώτη φορά το «δεν» με ανταμείβει
Πάνος Κυπαρίσσης ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1977 – 2013) Β΄ Τόμος
Σπάρτη 5-2-2026
Βαγγέλης Μητράκος