Print this page

Του Π. Κουμουνδούρου | «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε, πάντοτ’ ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.»

Φεβρουαρίου 09, 2026

«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε,

πάντοτ’ ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.»

Δ. Σολωμός

Δεν είναι καινούργια η ανάγκη μας για παρηγοριά.

Ούτε η ροπή μας να πιστεύουμε. Και σίγουρα δεν είναι καινούργια η απογοήτευση από τον κόσμο όπως είναι, άδικος, κουρασμένος, με θεσμούς που τρίζουν και λόγια που δεν κρατούν βάρος. Όταν η πραγματικότητα σκοτεινιάζει, ο άνθρωπος , και μαζί του ο λαός,

στρέφεται αλλού. Όχι πάντα μπροστά. Συχνά προς τα πάνω. Ή προς τα πίσω.

Ο ευκολόπιστος λαός δεν είναι αφελής. Είναι κουρασμένος.

Δεν είναι ανόητος· είναι πληγωμένος.

Και η πληγή, όταν μένει ανοιχτή, ζητά θαύμα.

Ο στίχος του Σολωμού είναι εκπληκτικός . Δεν μιλά για αφέλεια, αλλά για μια βαθιά, ιστορική κούραση, έναν λαό που, όταν ο κόσμος σκοτεινιάζει, στρέφεται προς την πίστη όχι επειδή δεν σκέφτεται, αλλά επειδή δεν αντέχει άλλο να εξηγεί.

Σήμερα, μέσα σε διεθνείς κλονισμούς , Βενεζουέλα, Ιράν, η Αμερική με την ICE και τα πογκρόμ, οι Έλληνες βιώνουν το βάρος της δικής τους «Μεγάλης Κρίσης», που μοιάζει να προοικονομεί όσα ακολούθησαν, προτεκτοράτα, εισβολές, απειλές, ξεσηκωμοί, διαμελισμοί. Η τεκτονική αυτή λαχτάρα αφήνει ένα κοινό ξέπνοο, εν αναμονή, τι θα απογίνει η Ευρώπη ως γκρεμισμένη προσδοκία, πώς θα εξελιχθούν οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες στη γειτονιά μας, αν η επόμενη στροφή φέρει ενεργειακή ή επισιτιστική κρίση ή έκρηξη πληθωρισμού.

Εν τω μεταξύ, οι οθόνες μας κατακλύζουν με αδιάκοπα γεγονότα που μοιάζουν ταινίες, εκτελέσεις, πολιορκίες, διεθνείς διαπραγματεύσεις, απειλές κατάληψης της Γροιλανδίας, συγκρούσεις στο Ιράν. Το ποτάμι των γεγονότων ξεπερνά τη μυθοπλασία, και η μυθοπλασία επιστρέφει στην πραγματικότητα. Ταινίες όπως το «Anniversary» ή «Μια μάχη μετά την άλλη» σοκάρουν πλέον όχι ως φαντασία, αλλά ως προβολές της δικής μας καθημερινής δυστοπίας.

Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ξανά ο Καποδίστριας. Στην ταινία του Σμαραγδή, δεν παρουσιάζεται ως άγιος, αλλά ως ηρωικός, σχεδόν υπερφυσικός σωτήρας, καθαρός, χαρισματικός, προδομένος. Η ιστορική πραγματικότητα υποβάλλεται σε μια σχεδόν μυθοποιημένη αφήγηση· η πολιτική δεν φωτίζεται μέσα από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις της εποχής, αλλά μέσω της προσωπικής ακεραιότητας και της ηθικής λάμψης του κυβερνήτη. Το κράτος, οι κοινωνικές δυνάμεις και οι θεσμοί γίνονται υπόβαθρο για το δράμα ενός ανθρώπου που φαίνεται να ενσαρκώνει ό,τι «θα μπορούσε να είχε σωθεί» στον ελληνικό τόπο.

Η ταινία επιτυγχάνει να γοητεύσει, αλλά και να επισημάνει ένα κοινωνικό φαινόμενο, το κοινό δεν προσέρχεται μόνο για ιστορική κατανόηση, αλλά για να νιώσει βεβαιότητα, να βρει παρηγοριά σε ένα πρόσωπο που ξεπερνά τα καθημερινά όρια. Αυτός είναι ο ευκολόπιστος λαός. Όχι ως μειονέκτημα, αλλά ως υπαρξιακή κατάσταση, πιστεύει επειδή η καθημερινή πολιτική και η λογική δεν αρκούν. Στρέφεται στο χάρισμα και στο υπερβατικό, γιατί η πραγματική δράση είναι δύσκολη και αποτυγχάνει συχνά. Θέλει πολιτική χωρίς κόστος, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς τραύματα.

Κι εδώ αναδύεται η φιλοσοφική διάσταση, η πολιτική, όταν απογυμνώνεται από την ιστορική και κοινωνική της υλικότητα, μετατρέπεται σε υπερβατική ανάγκη· σε πολιτική της πίστης και της ελπίδας. Η απόκοσμη πολιτική υπόσχεται επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση, πριν από τη διαφθορά, πριν από τα κόμματα, πριν από τις ταξικές διαιρέσεις. Μια καθολικότητα χωρίς κόστος και χωρίς σύγκρουση. Αλλά η πολιτική χωρίς σύγκρουση δεν είναι συμφιλίωση· είναι σιωπή.

Ο Καποδίστριας δεν δολοφονήθηκε επειδή ήταν ηρωικός· δολοφονήθηκε επειδή κυβερνούσε μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, ατελή, γεμάτο αντιφάσεις. Η Ιστορία απαιτεί τόλμη, αντιφάσεις, δράση. Η αποκόσμια πολιτική μπορεί να γοητεύει, αλλά δεν διδάσκει· αφήνει το κοινό με παρηγοριά, όχι με κατανόηση.

Ίσως το αληθινό στοίχημα δεν είναι να βρούμε νέους σωτήρες ή αγίους, αλλά να αντέξουμε την πολιτική ως ανθρώπινη τραγωδία. Να δεχτούμε ότι η δικαιοσύνη, η ευθύνη, η ελευθερία απαιτούν κόστος. Να επιστρέψουμε την πολιτική από το υπερβατικό στο γήινο — εκεί όπου πληγώνει, αλλά και εκεί όπου μόνο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Ο ευκολόπιστος λαός θα συνεχίσει να πιστεύει, αν δεν μάθει να πιστεύει

στον εαυτό του και όχι σε ηρωικούς σωτήρες.

Ο Σολωμός το ήξερε. Γι’ αυτό ο στίχος του δεν είναι σαρκαστικός, αλλά τρυφερός. Ο λαός είναι καλός και αγαπημένος — και γι’ αυτό ευάλωτος. Πιστεύει ξανά και ξανά, όχι επειδή δεν μαθαίνει, αλλά επειδή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ελπίδα. Και κάθε φορά που η ελπίδα μεταμφιέζεται σε πίστη χωρίς πράξη, η προδοσία επαναλαμβάνεται.

Ίσως το αληθινό στοίχημα της εποχής δεν είναι να βρούμε νέους αγίους, αλλά να αντέξουμε την πολιτική ως ανθρώπινη τραγωδία. Να δεχτούμε ότι δεν υπάρχει καθαρότητα χωρίς κόστος, ούτε δικαιοσύνη χωρίς σύγκρουση. Να επιστρέψουμε την πολιτική από το υπερβατικό στο γήινο — εκεί όπου πληγώνει, αλλά και εκεί όπου μόνο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Αλλιώς, θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε. Και να προδιδόμαστε. Όχι από πρόσωπα, αλλά από την ανάγκη μας για έναν κόσμο έξω από τον κόσμο.

Ο κόσμος μας μοιάζει περισσότερο με σπασμένο μωσαϊκό. Δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Αλλά μπορεί να ξανασταθεί. Με πράξεις, με συγκρούσεις, με επίγνωση. Όχι πάντως με υπερφυσικούς ήρωες.

Ζούμε πλέον στην κοινωνία της κόπωσης.