Print this page

Γράφει ο Άγης Βερούτης: Γιατί η κυβέρνηση πρέπει να φοβάται τη διάχυση

Μαρτίου 20, 2026

AGIS_BEROYTIS.jpg Του Άγη Βερούτη

Οι κυβερνήσεις συνηθίζουν να μετρούν τα γεγονότα. Οι πετυχημένες κυβερνήσεις μετρούν το κλίμα. Το κάθε γεγονός κάνει θόρυβο και περνά. Το κλίμα μπαίνει αθόρυβα στο σπίτι, κάθεται στο τραπέζι, ακολουθεί τον πολίτη στο βενζινάδικο, στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό ρεύματος του μήνα, και στο τέλος βαραίνει την κοινωνία περισσότερο από την ίδια την είδηση.

Αυτό είναι σήμερα το πραγματικό ζήτημα.

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Ενεργειακή πίεση. Ακρίβεια. Συζητήσεις για νέες μεταναστευτικές ροές. Κοινωνικές εντάσεις που σε άλλη περίοδο θα περνούσαν ως επεισόδια ρουτίνας. Καθένα από αυτά τα μέτωπα έχει τη δική του βαρύτητα. Μαζί, όμως, αρχίζουν να αποκτούν κοινή ερμηνεία. Η κοινωνία τα διαβάζει ήδη ως μία ενιαία ιστορία.

Εκεί αρχίζει η διάχυση.

Ο πόλεμος περνά στην ενέργεια. Η ενέργεια περνά στην αντλία. Η αντλία περνά στο ράφι. Το ράφι περνά στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο οικογενειακός προϋπολογισμός περνά στη διάθεση. Και η διάθεση γίνεται πολιτικό κλίμα. Η επένδυση παγώνει, η κατανάλωση μαζεύεται, η ανασφάλεια απλώνεται. Έτσι μια διεθνής κρίση αποκτά ελληνική ταυτότητα.

Αυτή είναι η αλυσίδα επιρροής που βλέπει κάθε κυβέρνηση που καταλαβαίνει πού πατά.

Η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να τη βλέπει. Η σύνδεση γεωπολιτικής κρίσης, ενέργειας, αγοράς, νοικοκυριών, επιχειρήσεων και προσφυγικού αποτυπώνει ακριβώς αυτή την οριζόντια διάχυση. Το εξωτερικό σοκ κατεβαίνει στην οικονομία. Η οικονομία κατεβαίνει στην καθημερινότητα. Η καθημερινότητα δυστυχώς φαίνεται να ανεβάζει τη θερμοκρασία της κοινωνίας. Και η θερμοκρασία της κοινωνίας κρίνει τελικά την πολιτική σταθερότητα.

Εκεί μεταφέρεται η μάχη: στην καθημερινότητα.

Γι’ αυτό και οι παρεμβάσεις στην αγορά έχουν μεγαλύτερη σημασία απ’ όση τους δίνουν οι ψυχροί τεχνοκράτες της πολιτικής. Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, η μείωση στον φόρο κατανάλωσης της βενζίνης, οι κινήσεις προστασίας στα βασικά αγαθά, η επιμονή στον έλεγχο της αισχροκέρδειας, κρίνονται και σε ένα βαθύτερο επίπεδο: στο αν ο πολίτης νιώθει ότι υπάρχει χέρι στο τιμόνι. Η πολιτική φθορά δεν γεννιέται τη μέρα που ακριβαίνει ένα προϊόν. Γεννιέται τη μέρα που ο πολίτης πείθεται ότι όλα ακριβαίνουν και το κράτος απλώς καταγράφει το φαινόμενο.

Τότε ξεκινά η κατηφόρα.

Η κατηφόρα έχει πάντα συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι ο οικογενειάρχης που αφήνει το ντεπόζιτο στη μέση και λέει "βλέπουμε". Είναι ο μικρός επαγγελματίας που μετρά τον επόμενο λογαριασμό ρεύματος πριν κλείσει μια παραγγελία. Είναι το ζευγάρι στο σούπερ μάρκετ που βγάζει δύο-τρία πράγματα από το καλάθι χωρίς να ανταλλάξει κουβέντα. Εκεί γράφεται η αληθινή πολιτική οικονομία μιας εποχής. Όχι στα πάνελ. Στη σιωπηλή υποχώρηση της καθημερινότητας.

Το ίδιο ισχύει και κοινωνικά. Μια κινητοποίηση ταξί προς το αεροδρόμιο, μια απεργία, μια δημόσια ένταση, μέσα σε ένα ήρεμο περιβάλλον έχουν το βάρος ενός επεισοδίου. Μέσα σε ένα φορτισμένο περιβάλλον αποκτούν συμβολικό βάρος.

Το κορνάρισμα στον δρόμο, η κουβέντα για τα σύνορα, η ανησυχία για την ακρίβεια, η κόπωση που έμεινε από τα προηγούμενα χρόνια, όλα συνδέονται στα ίδια αντανακλαστικά της κοινωνίας. Και αυτά τα αντανακλαστικά είναι ήδη σε εγρήγορση.

Από εκεί και πέρα, κάθε νέα εξέλιξη μπαίνει σε έτοιμο κάδρο.

Η αύξηση στο κόστος ζωής λειτουργεί ως επιβεβαίωση. Η νέα ένταση στο εξωτερικό λειτουργεί ως επιβεβαίωση. Η κοινωνική κινητοποίηση λειτουργεί ως επιβεβαίωση. Η κυβερνητική παρέμβαση λειτουργεί επίσης ως επιβεβαίωση ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Εκεί αλλάζει η φύση του προβλήματος. Η διαχείριση παύει να είναι μόνο διαχείριση γεγονότων και γίνεται διαχείριση ψυχολογίας.

Όμως η ψυχολογία της κοινωνίας είναι η πιο δύσκολη πίστα.

Απαιτεί σοβαρότητα, σταθερότητα, μέτρο, καθαρή γραμμή, αίσθηση κέντρου βάρους, συνέπεια, χωρίς πυροτεχνήματα. Πάνω απ’ όλα απαιτεί τη γενική πεποίθηση ότι η χώρα έχει πυρήνα,  αντανακλαστικά και συνοχή.

Η Ελλάδα έχει δείξει πολλές φορές ότι διαθέτει τέτοια αποθέματα. Τα έδειξε σε φάσεις πιο κρίσιμες και πιο άμεσες από τη σημερινή. Αυτό ακριβώς ανεβάζει τώρα τον πήχη. Γιατί από τη στιγμή που η ακρίβεια παύει να είναι δείκτης και γίνεται ψυχολογία, από τη στιγμή που η διεθνής ένταση παύει να είναι είδηση και γίνεται ανασφάλεια στο νοικοκυριό, από τη στιγμή που η καθημερινή δυσκολία παύει να μοιάζει συγκυριακή και αρχίζει να μοιάζει μόνιμη, το πολιτικό πρόβλημα αλλάζει κλίμακα.

Εκεί κρύβεται και ο μεγάλος κίνδυνος για κάθε κυβέρνηση: η κοινωνία να πάψει να βλέπει πίεση και να αρχίσει να βλέπει τις εξελίξεις ως αναπόδραστες.

Εκεί η πολιτική χάνει τη δύναμή της.

Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά δεν προσφέρει την πολυτέλεια της βεβαιότητας. Κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης. Κανείς δεν ξέρει πόσο μπορεί να ενταθεί η ενεργειακή πίεση, πόσο θα κρατήσει η γεωπολιτική ένταση, πόσο θα δοκιμαστεί η ευρωπαϊκή ισορροπία, πόσο θα αντέξει η κοινωνική υπομονή. Εκείνο που φαίνεται ήδη είναι κάτι άλλο: η χώρα μπαίνει σε φάση όπου ο κύριος κίνδυνος δεν είναι η επόμενη κακή είδηση, αλλά η σύνδεση όλων των κακών ειδήσεων σε μία ενιαία αίσθηση παρατεταμένης αστάθειας.

Γι’ αυτό η κυβέρνηση σωστά θα πρέπει να φοβάται τη διάχυση.

Αυτό είναι το μεγάλο παιχνίδι. Όχι μόνο το ύψος της τιμής. Στο βάθος του κοινωνικού κλίματος. Και από εκεί και πέρα, το ζήτημα ξεφεύγει από τα όρια μιας δύσκολης κυβερνητικής περιόδου.

Αφορά τη χώρα. Το αν η Ελλάδα θα μπορέσει να σταθεί, για ακόμη μία φορά, όπως στέκονται τα σοβαρά έθνη στις δύσκολες ώρες: με συνοχή, μνήμη και νεύρο. Ή αν θα ξανακυλήσει στην παλιά "καλή” ελληνική συνήθεια να μετατρέπει κάθε εξωτερική κρίση σε εσωτερική μιζέρια.

Το ερώτημα είναι: η Ελλάδα του 2026 θα σταθεί ως χώρα που αντέχει το βάρος της εποχής της ή ως χώρα που ταλαντεύεται κάθε φορά που η εποχή ζητά χαρακτήρα;

Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την κυβέρνηση, ούτε μόνο από τους πολίτες. Εξαρτάται κι από τους δυο.

https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3980531/giati-i-kubernisi-prepei-na-fobatai-ti-diaxusi/

Last modified on Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026 18:38