Print this page

Ν. Γρηγοράκου: «Η στήριξη των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων απαιτεί εθνική στρατηγική και όχι αποσπασματικές πρωτοβουλίες»

Σεπτεμβρίου 09, 2026

Η Βουλευτής Λακωνίας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής και Υπεύθυνη ΚΤΕ Πολιτισμού, Νάγια Γρηγοράκου, τοποθετήθηκε ως εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο την συζήτησης για την κύρωση του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών και Πολιτισμού και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Η Βουλευτής χαρακτήρισε το Μνημόνιο θετικό βήμα για την προστασία και την ανάδειξη της ανεκτίμητης πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, υπογράμμισε, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια συνολική εθνική πολιτική έμπρακτης στήριξης του Οικουμενικού και των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων, καθώς και της Αρχιεπισκοπής Σινά.

«Η εκκλησιαστική διπλωματία αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής για μια χώρα που διαθέτει ιστορικούς δεσμούς, πολιτιστικό κεφάλαιο και σχέσεις εμπιστοσύνης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση, όμως, δεν έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα μια συνεκτική στρατηγική με σαφείς προτεραιότητες, μόνιμους μηχανισμούς συνεργασίας και μετρήσιμες δεσμεύσεις», επισήμανε.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα κενά του Μνημονίου ως προς τη διαχείριση της δεκαετούς χρηματοδότησης, συνολικού ύψους δέκα εκατομμυρίων ευρώ. Όπως τόνισε, δεν προσδιορίζονται τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν, το κόστος και το χρονοδιάγραμμα των παρεμβάσεων, τα παραδοτέα, τα μετρήσιμα αποτελέσματα και ένα συγκεκριμένο πλαίσιο οικονομικού ελέγχου. Ζήτησε, επίσης, ενημέρωση για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πατριαρχείου και για την πιθανότητα υπογραφής αντίστοιχου Μνημονίου με το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Η Νάγια Γρηγοράκου άσκησε κριτική για την απουσία του Υπουργείου Εξωτερικών τόσο από τη συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής όσο και από τη συζήτηση στην Ολομέλεια, μολονότι αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος και αναλαμβάνει το ήμισυ της χρηματοδότησης.

«Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν λειτουργεί σε γεωπολιτικό κενό», σημείωσε, αναφερόμενη στη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα, στην ένταση στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, στην επέκταση των εποικισμών και στις πιέσεις που δέχονται η περιουσία και η καθημερινή λειτουργία των χριστιανικών κοινοτήτων.

Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα των καταγγελιών για καταπατήσεις εκτάσεων της ιστορικής Μονής του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτη από Ισραηλινούς εποίκους, καθώς και της μη ανανέωσης αδειών εισόδου εργαζομένων από τη Δυτική Όχθη, που οδήγησε χριστιανικά σχολεία της Ιερουσαλήμ σε προσωρινή αναστολή των μαθημάτων τους. Ζήτησε να γνωστοποιηθούν οι διπλωματικές ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης για την προστασία των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου και της χριστιανικής παρουσίας στην περιοχή.

Κλείνοντας, η Βουλευτής ανέδειξε εκ νέου την κρίσιμη εκκρεμότητα της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Επισήμανε ότι η αναβολή ανακοίνωσης της απόφασης του αιγυπτιακού Ανώτατου Δικαστηρίου προσφέρει πρόσθετο χρόνο για διαπραγμάτευση, όχι όμως περιθώριο εφησυχασμού. Παράλληλα, κατέθεσε στα Πρακτικά την Ερώτηση των ευρωβουλευτών του ΠΑΣΟΚ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη συνεκτίμηση των εξελίξεων στη χρηματοδότηση της Αιγύπτου και για τον σεβασμό των διεθνών υποχρεώσεών της.

«Η υπόθεση του Σινά αποδεικνύει ότι η πολιτιστική και θρησκευτική διπλωματία δεν μπορεί να ενεργοποιείται αποσπασματικά ή εκ των υστέρων. Το ΠΑΣΟΚ υπερψηφίζει το Μνημόνιο, επειδή στηρίζει το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και την προστασία της ανεκτίμητης κληρονομιάς του. Η θετική μας στάση, όμως, δεν αποτελεί λευκή επιταγή ως προς την εφαρμογή του», κατέληξε.