Print this page

Μητροπολίτης Μάνης για ΣτΕ και ομόφυλα ζευγάρια: Ηθικό και εθνικό χρέος μην φτάσουμε σε διολίσθηση

Μαρτίου 31, 2026

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε την περασμένη εβδομάδα συνταγματική την αναγνώριση του δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια. Επίσης ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου κρίθηκε σύμφωνος με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Με αφορμή αυτές τις αποφάσεις ο Μητσοπολίτης Μάνης Χρυσόστομος Γ΄εξέφρασε τους προβληματισμούς του.

Αναλυτικά αναφέρει:

Ἡ πλειοψηφία τῆς Ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ἐφεξῆς ΣτΕ) μέ τήν πρόσφατη ὑπ' ἀριθμ. 392/2026 ἀπόφασή της ἀπορρίπτοντας σχετική αἴτηση ἀκυρώσεως ἔκρινε ὅτι: «Η αναγνώριση, με τον ν. 5089/2024, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, καθώς επίσης του δικαιώματος έγγαμων ομόφυλων ζευγαριών προς υιοθεσία ανηλίκου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, ούτε δημιουργείται δυσμενής διάκριση εις βάρος των παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».

Στό σκεπτικό δέ, τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως συγκεκριμένα ἀναφέρεται ὅτι: «Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι στη διαδρομή του χρόνου, αλλά υπόκεινται σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς. Η συνταγματική κατοχύρωση αυτών δεν κωλύει, συνεπώς, τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει τις κατά την κρίση του τροποποιήσεις των κανόνων που ρυθμίζουν την εν γένει λειτουργία τους, ο δε έλεγχος του ακυρωτικού δικαστή, ως έλεγχος ορίων, δεν εκτείνεται επί της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων των επιλογών του νομοθέτη, εφόσον, πάντως, ευρίσκονται εντός του πλαισίου, που θέτει το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές και σύμφωνα με το πνεύμα των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών».

Καί ὡς πρός τό δεύτερο ζήτημα ἔκρινε ἡ Ὁλομέλεια τοῦ ΣτΕ, ὅτι: «Η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας».

Ὡστόσο, ἐπιβάλλεται ν' ἀναφέρουμε καί τήν γνώμη τῆς μειοψηφίας τοῦ ΣτΕ, ἡ ὁποία ἔχει σαφήνεια καί πειθώ καί ἡ ὁποία ἔχει ὡς κατωτέρω: «Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5089/2024, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1350 ΑΚ, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως «γάμου» μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, λαμβανομένου υπόψη:

(α) ότι η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο [ως «γάμος» νοείται ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων],

(β) ότι ήδη παρείχετο επαρκής, ισοδύναμη με τον γάμο – και σύμφωνη με τις επιταγές των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. και του ΧΘΔΕΕ - προστασία των σταθερών συμβιώσεων ομοφύλων ζευγαριών μέσω του θεσπισθέντος συμφώνου συμβιώσεως, και, συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση εκ των ως άνω διεθνών κειμένων προς θέσπιση της επίδικης ρύθμισης και

(γ) ότι, ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, συναπτομένων προς ηθικές, φυσιολογικές και δημογραφικές παραμέτρους, ο κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστατευόμενος γάμος (μεταξύ ετεροφύλων) δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τις ως άνω σταθερές και πραγματικές συμβιώσεις ομοφύλων, και, συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητος εκ της ομοίας νομικής μεταχειρίσεως των δύο αυτών καταστάσεων, αντίκεινται προς το άρθρο 21 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, οι σχετικές με την υιοθεσία αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον του παιδιού. Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες, εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου, από τις οποίες να προκύπτει η μακροπρόθεσμη επίδραση στη διανοητική, ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών, από τη διαβίωση σε οικογένεια ομοφύλων ατόμων και, κατά συνέπειαν, η ασφαλής ανάπτυξή τους στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, η κατά τα ανωτέρω συναγομένη από το άρθρο 12 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του ν. 5089/2024 αναγνώριση της δυνατότητος υιοθεσίας και εν γένει αποκτήσεως κοινού τέκνου στο πλαίσιο των κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του επίδικου νόμου ενώσεων ομοφύλων προσώπων, δεν τελεί, κατά την ίδια γνώμη, σε αρμονία με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Α., της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του παιδιού και της Συμβάσεως της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες».

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω τίθενται τά ἑξῆς ζητήματα καί ἐρωτήματα:

1. Γίνεται λόγος γιά τόν γάμο. Τοὐλάχιστον, ἡ ἀκρίβεια τῶν λέξεων τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ γιά «γάμο» καί ὄχι γιά «θεσμούς γάμου» καί δέν κάμνει λόγο γιά ἐξέλιξη αὐτοῦ. Τό ἐρώτημα πού προβάλλεται εἶναι: Τί εἶναι ὁ γάμος στό οὐσιαστικό του περιεχόμενο.

Σύμφωνα μέ τόν κλασικό καί λίαν ἐπιγραμματικό ὁρισμό τοῦ σπουδαίου ἐθνικοῦ, Ρωμαίου νομικοῦ Μοδεστίνου (3ος μ.Χ.) «γάμος ἐστίν ἀνδρός καί γυναικός συνάφεια, συγκλήρωσις τοῦ βίου παντός, θείου τε καί ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία». «Nuptiae sunt conjunctio maris et feminae consortium omni vitae, divini et humani juris communicatio» (Modestin, lib. I. Reg.1.1 Digest de ritu nupt 23,2). Ἀκριβῶς μέ τόν ὁρισμό αὐτό εἰσερχόμεθα στόν πυρῆνα τοῦ γάμου καί βρίσκουμε τήν οὐσία του, ἤτοι: Διαφορά φύλου, κοινωνία βίου, ἰσοβιότητα, διφυής παρουσία τοῦ δικαίου, τοῦ θείου καί ἀνθρωπίνου.

Περαιτέρω, ὑπό τήν προστασία δέ τοῦ κράτους τίθεται ἡ οἰκογένεια, ὡς θεμέλιο τῆς συντήρησης καί προαγωγῆς τοῦ ἔθνους ὡς ἀναγράφει τό ἄρθρο 21§1 τοῦ Συντάγματος καί προστατεύεται αὐτοτελῶς καί ὁ γάμος. Ἔτσι ἡ συνταγματική ἔννοια τοῦ γάμου ἔχει ἕνα περιορισμό στήν οὐσία τοῦ γάμου ὅπως ἰσχύει στήν ἑλληνική ἔννομη τάξη. Τοιουτοτρόπως ἡ διαφορά φύλου, ὅπως καί ἡ κοινωνία βίου καί ἡ ἰσοβιότητα τυγχάνουν θεμελιώδη ἀξιώματα τοῦ γάμου. Κατ' ἀκολουθίαν καί εἰδικότερα «ὁ κοινός νομοθέτης δέν μπορεῖ νά καταργήσει τό γάμο οὔτε νά μεταβάλει τά θεμελιώδη αὐτά χαρακτηριστικά του.

Ἐφόσον ἀνάγεται ἡ διαφορά φύλου στήν οὐσία τοῦ γάμου, ὁ γάμος πού προστατεύεται ἀπό τό Σύνταγμα εἶναι μόνον ὁ γάμος μέ τή διαφορά φύλου. Μέ ἄλλα λόγια, δέν θά προστατεύεται ἡ νέα μορφή «γάμου» μέ τήν κατάργηση τῆς διαφορᾶς φύλου, διότι δέν θά ἀποτελεῖ γάμο. Ἡ λογική συνέπεια εἶναι ὅτι θέσπιση γάμου, ὄχι ἄλλης ἕνωσης, μεταξύ προσώπων τοῦ ἰδίου φύλου εἶναι ἀντισυνταγματική. Δέν ὑπάρχει, συνεπῶς, θεσμική ἐγγύηση ἀπό τό Σύνταγμα, γιά παράδειγμα ὅτι ἡ σύναψη γάμου δέν ὁδηγεῖ σέ δυσμενεῖς συνέπειες. Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά ἡ ἀντισυνταγματικότητα θά ἔχει ὡς συνέπεια ὅτι ἡ σύναψη γάμου θά ὁδηγεῖ σέ ἀνυπόστατο γάμο». (Παντελίδου Καλλ., καθηγήτρια Ἀστικοῦ Δικαίου Νομ. Σχ. Δ. Π. Θράκης, Κριτικές παρατηρήσεις στό Ν. 5089/2024 γιά τήν ἰσότητα στόν πολιτικό γάμο, τροποποίηση τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα καί ἄλλες διατάξεις, ΕΦΑ ΠΟΛΔ 2/2024, σελ. 117 ἑπ.).

Ἀλλά περαιτέρω τό Ἐπισκοπικό – ποιμαντορικό καθῆκον ἐπιτάσσει ἀκροθιγῶς νά ἀναφέρουμε τήν ἀλήθεια καί τήν οὐσία τοῦ γάμου σύμφωνα μέ τήν χριστιανική διδασκαλία. Ἡ διδασκαλία δέ αὐτή στηρίζεται στά βιβλικά κείμενα καί στή θεολογία τῶν σοφῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Κατά τήν χριστιανική, λοιπόν, θεώρηση, ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρωπίνου ζεύγους εἶναι θεϊκή βούληση. Ἔτσι τό θέλησε ὁ Θεός, ὁ πλάσας τόν ἄνθρωπο, τήν κορωνίδα τῆς δημιουργίας καί αὐτή ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τελικά ἡ ἀπόδειξη τῆς προαιώνιας ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γι' αὐτόν.

Ἡ θεία Ἀποκάλυψη, ὅπως διατυπώνεται στό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στή «Γένεση», γράφει πολύ χαρακτηριστικά. «Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς» (Γεν. 1,27), καί ἔπειτα: «Καί εἶπε Κύριος ὁ Θεός οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ' αὐτόν... καί ᾠκοδόμησεν ὁ Θεός τήν πλευράν, ἥν ἔλαβεν ἀπό τοῦ Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα καί ἤγαγεν αὐτήν πρός τόν Ἀδάμ καί εἶπεν Ἀδάμ τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καί σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μου˙ αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρός αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη˙ ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Γεν. 2,18,22-24).

Ἐπακριβῶς, στούς παραπάνω βιβλικούς στίχους, ἑδράζεται ὁ θεοσύστατος θεσμός τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας. Στό δέ στίχο 28 τοῦ Α' κεφαλαίου ἀναγράφεται ἡ σπουδαιοτάτη φράση: «Καί εὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεός». Ὁ Θεός εὐλογεῖ τόν ἄνδρα καί τήν γυναῖκα καί τήν σύζευξη αὐτῶν, τόν γάμο καί δωρίζει στή συνέχεια ὡς καρπόν τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου τά τέκνα. Εὐλογεῖ, τοὐτέστιν, τόν πυρῆνα τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας, τήν οἰκογένεια. Μάλιστα ἡ θεία εὐλογία συνοδεύεται καί ἀπό τήν εἰδική πρόνοια τοῦ Θεοῦ μέ τούς παρακάτω λόγους: «αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε», «πληρώσατε τήν γῆν». Εἶναι δέ πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὅταν ἡ Καινή Διάθηκη κάμνει λόγο γιά τόν γάμο ἀναφέρεται στό γάμο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία. Δηλαδή, πρότυπο τοῦ συζυγικοῦ δεσμοῦ εἶναι ὁ Χριστός καί ὁ δεσμός Του μέ τήν Ἐκκλησία. Τόσον πολύ ἐξυψώνεται ὁ θεσμός τοῦ γάμου, ὥστε ἀνάγεται σέ ἱερό θεσμό καί μέγα μυστήριο (Βλ. Ἐφεσ. 5, 22-32).

Έπειτα, οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνδέουν τόν γάμο μέ τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μ. Βασίλειος ὁμιλεῖ στήν «Ἑξαήμερον» γιά τόν δεσμό, τήν ἕνωση τοῦ ἀνδρός μετά τῆς γυναικός ὡς «ἁγιαζομένης διά τῆς εὐλογίας» (PG 29,160). Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει γιά τόν γάμο τῆς Ὀλυμπιάδας, ὅτι ὁ ἴδιος μή δυνάμενος νά παρευρεθεῖ, ὅμως λέγει, παρίστατο νοερῶς, συνάπτων μάλιστα τά χεῖρας τῶν νεονύμφων (PG 37,316). Ὁ δέ Ἱ. Χρυσόστομος γράφει γιά τήν πρόσκληση καί παρουσία τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι «δι' εὐχῶν καί εὐλογιῶν» συνεσφίγγουν τό συνοικέσιον (PG 54,443).

Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει ν' ἀναφέρουμε γιά τό ζήτημα τοῦ γάμου δύο σημαντικούς ὁρισμούς, τόν ἕνα ἀπό τόν καθηγητή τοῦ Οἰκογενειακοῦ Δικαίου καί Πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν Γ. Μιχαηλίδη – Νουάρο, ὁ ὁποίος ἀποφαίνεται ὅτι: «Γάμος ὁρίζεται ἡ ὑπό τοῦ Δικαίου ἀναγνωριζομένη διαρκής ἕνωσις ἀνδρός καί γυναικός πρός ἐπίτευξιν πλήρους κοινωνίας βίου» (Οἰκογενειακόν Δίκαιον, Ἀθῆναι 1970, σελ. 28).

Καί τόν ἄλλο ὁρισμό ἀπό τόν καθηγητή τῆς Δογματικῆς Θεολογίας καί ἐπίσης διατελέσαντα Πρόεδρο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν Ἰω. Καρμίρη, ὁ ὁποῖος γράφει: «Γάμος εἶναι ἕν τῶν ἑπτά Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, δι' οὗ αὕτη εὐλογεῖ καί ἐξυψοῖ καί ἐξαγιάζει τήν ἑκουσίαν συζυγικήν ἕνωσιν ἀνδρός καί γυναικός, παρέχουσα τήν ἀναγκαιοῦσαν θείαν χάριν πρός συμπλήρωσιν πάσης τῆς ζωῆς αὐτῶν «ἐν Κυρίῳ» καί ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ γάμου» (ΘΗΕ τόμ. 4, στ. 205).

Καί προσθέτουμε ὅτι ὁ θεσμός τοῦ γάμου ἔχοντας τήν θρησκεία ὡς ἀρραγῆ κρίκο του συνέβαλε τά μέγιστα στήν ἑνότητα, τήν κραταίωση, τήν ὁμοιογένεια καί πρόοδο τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.

Ἐν προκειμένῳ, ὁ ἀείμνηστος κορυφαῖος καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Νικόλαος Σαρίπολος γράφει: «Οὕτως ἡ θρησκεία, καίπερ τόν ἄνθρωπον πρός τόν Θεόν συνάπτουσα μεγίστην καί ἐπί τῆς πολιτείας ἀσκεῖ ἐπίδρασιν. Οὐ μόνον δ' οἱ τῆς ἐκκλησίας πατέρες ἐθεώρησαν αὐτήν ὡς ἀρχήν καί τέλος παντός ψυχικοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλά καί οἱ ἐθνικοί μέγα αὐτῇ ἀνεγνώρισαν τό κράτος. Ὁ μέν γάρ Πλούταρχος ἐκάλεσεν αὐτήν «συνεκτικήν ἀπάσης κοινωνίας καί νομοθεσίας ἔρεισμα καί βάθρον˙ ὁ δέ Σίλιος ἀποδίδωσιν εἰς τήν καταφρόνησιν τῆς θρησκείας καί τήν ἄγνοιαν αὐτῆς τήν πρώτην τῶν ὅλων κακῶν ἀρχήν». Ὁ δέ Κικέρων λέγει, ὅτι «ἐν αὐτῇ καί αἱ πίστεις καί ἡ κοινωνικότης τῶν ἀνθρώπων, ταύτης δ' ἄνευ, πᾶσα ἀρετή καί δικαιοσύνη ἐκλείπει» (Νικ. Σαριπόλου, Συνταγματικόν Δίκαιον, Ἀθήνησι 1874, σελ. 298-299).

*

2. Ἀκολούθως ἀναγράφεται στήν ἐν λόγῳ ἀπόφαση τῆς Ὁλομελείας τοῦ ΣτΕ τό ζήτημα γιά «τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ» σχετικά μέ τήν υἱοθεσία. Μάλιστα γίνεται λόγος γιά τό «ὑπέρτατο – βέλτιστο συμφέρον». Ποῖο ὅμως εἶναι αὐτό τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ;

Ὡς εἶναι γνωστόν ἀπό τήν μακραίωνη καί δεδοκιμασμένη παιδαγωγική, κοινωνιολογική, ψυχολογική καί νομική ἐπιστήμη ὑπέρτατο – βέλτιστο συμφέρον τοῦ παιδιοῦ εἷναι ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὅλης προσωπικότητός του μέ στήριγμα τόν πατέρα καί τήν μητέρα.

Ἐν προκειμένῳ, συνεισφέρουμε τήν θέση ὅτι ἡ προτρεπτική ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἔχει μεγίστη ἀξία ἀνά τούς αἰῶνες. «Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καί ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπί τῆς γῆς» (Ἔξ. 20,12) καί στό βιβλίο τῶν «Παροιμιῶν» τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος γράφεται: «Ἄκουε, υἱέ, παιδείαν πατρός σου καί μή ἀπώσῃ θεσμούς μητρός σου. Στέφανον γάρ χαρίτων δέξῃ σῇ κορυφῇ καί κλοιόν χρύσεον περί σῷ τραχήλῳ» (Παρ. 1,8-9). Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά ὑπογραμμίσει: «Τί πατρός γνησιότερον καί τί μητρός συμπαθέστερον;»! (PG 35,869).

Καταφαίνεται εὐλόγως ὅτι τό πρόσωπο τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας καί ἡ πραγμάτωση μιᾶς ὀρθῆς παιδαγωγικῆς εἶναι τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ. Ἔτσι, ἄν ὁ πατέρας θεωρεῖται ὁ ἐγκέφαλος τῆς οἰκογένειας καί κυβερνήτης τοῦ σπιτιοῦ, ἡ μητέρα εἶναι ἡ καρδιά καί ἡ ὕπαρχος. Ὁ πατέρας θέτει τήν λογική, ἡ μητέρα τό αἴσθημα. Ὁ πατέρας ἔχει τήν δύναμη, ἡ μητέρα τήν ἁπλότητα. Ὁ πατέρας δίνει τήν προσταγή, ἡ μητέρα τήν τρυφερότητα. Ὁ πατέρας δηλώνει τήν προστασία, ἡ μητέρα τήν οἰκειότητα. Ἄλλη ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ πατέρα καί ἄλλη τῆς μητέρας. Ὡστόσο καί οἱ δύο αλληλοσυμπληρώνονται. Ὁ ἕνας χρειάζεται τόν ἄλλο.

Στό ἐρώτημα γιά τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ ἀπαντᾶ καί ἡ Διεθνής Σύμβαση τοῦ ΟΗΕ γιά τά δικαιώματα τοῦ παιδιοῦ τῆς 20.11.1989 (κυρώθηκε μέ τόν Ν. 2101/1992 (ΦΕΚ Α' 192)) πού ὁρίζει ὅτι ὅλες οἱ ἀποφάσεις πού σχετίζονται μέ τά παιδιά, πρέπει αὐτές, νά λαμβάνουν ἀπαραιτήτως ὑπ' ὄψιν τους τό συμφέρον τοῦ παιδιοῦ καί ὄχι τήν καταστρατήγησή του. Γι’ αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι καί τό σχετικό ἄρθρο 1542 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα ἀναφέρει: «Ἡ υἱοθεσία πρέπει νά ἀποβλέπει στό συμφέρον τοῦ υἱοθετημένου» καί ἔχουμε τήν γνώμη ὅτι στόχος πάντοτε εἶναι ἡ δημιουργία συνθηκῶν ζωῆς γιά τό υἱοθετημένο ἄτομο ἀνάλογες μέ ἐκεῖνες τῶν βιολογικῶν παιδιῶν ἀπό κατάλληλη οἰκογένεια καί ὄχι ἀσφαλῶς ἀπό περιβάλλον μιᾶς «τεχνητῆς οἰκογένειας» πού ἀποκλίνει ἀπό τόν ρόλο τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας.

Στό σημεῖο δέ αὐτό, ἐπικαλούμενοι καί πάλιν τήν ὀφειλή τοῦ Ἐπισκόπου, ἤτοι τοῦ διδάσκειν, περιφρουρεῖν τήν ποίμνην καί στηρίζειν αὐτήν, τόν λαόν τοῦ Θεοῦ, καταθέτουμε τήν παραίνεση τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου πρός τούς γονεῖς, ὡς τό ἄριστο συμφέρον τῶν παιδιῶν, ἡ ὁποία λέγει: «Ἐκτρέφετε αὐτά ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφ. 6,4).

Ἐν κατακλεῖδι, χώρα ὡς ἡ Ἑλλάδα, συνταγματικῶς ἀναγνωρίζουσα τήν ἐπικρατοῦσα θρησκεία, ἤτοι τήν ὀρθόδοξη χριστιανική (ἄρθρον 3 Συντ.) καί μέ τό βάθος τῆς ἱστορίας καί τῶν παραδόσεών της, δέν ἐπιτρέπεται νά φθάσει σέ μία διολίσθηση στά σοβαρά παραπάνω θέματα. Ἡ συνεργασία, ἐν προκειμένῳ, Ἐκκλησίας καί Πολιτείας δέν εἶναι μόνον νομική ἐπιταγή (ἄρθρο 2 Ν. 590/1977) ἀλλά ἀποτελεῖ ἠθικό, ἱστορικό καί ἐθνικό χρέος. Καί ἡ Ἐκκλησία μίλησε. (Βλ. τήν ὑπ' ἀριθμ. 3085/2024 Συνοδική Ἐγκύκλιο καί τήν Ἀνακοίνωση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέ ἡμερ. 23.1.2024).

Last modified on Τρίτη, 31 Μαρτίου 2026 17:39