Σήμερα, φίλοι μου, είχα την μεγάλη τιμή να μιλήσω στην Μπαρμπίτσα για τον Καπετάν Ζαχαριά στην μεγάλη ετήσια εκδήλωση που πραγματοποίησε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Το Μετερίζι του Πάρνωνα και συνόδευσε ο Σύλλογος Νεδουσαίων ο Νικηταράς, η Λαογραφική ομάδα Λακωνίας και ο Σύλλογος Ιστορικης Αναβίωσης Σπάρτης.
Όλοι εξαιρετικοί!
Όπως αρμόζει στον Καπετάνιο μας!
Όμως η φωνή του Κυριάκου του Στρίφα μας συγκίνησε , όπως και όλων της μουσικής ομάδας που μίλησαν την αυθεντική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών!

Μπράβο σε όλους!
Αν κάποιος θέλει να διαβάσει την ομιλία μου για τον Καπετάνιο μας , την παραθέτω:
«Καπετάν Ζαχαριάς ο Μπαρμπιτσιώτης (1759–1804), ο Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, ο Πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης, ο Αρχηγός της Κλεφτουριάς του Μοριά»
Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε η κατάληξη μιας μακράς ιστορικής διεργασίας, στην οποία συνέβαλαν γενιές ανώνυμων και επώνυμων αγωνιστών. Ο Καπετάν Ζαχαριάς ανήκει σε αυτήν ακριβώς τη γενιά· σε εκείνους που κράτησαν ζωντανή την πολεμική εμπειρία, την πίστη στην ελευθερία και την ελπίδα της εθνικής αποκατάστασης μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες του μεγάλου ξεσηκωμού.
Για τη Λακωνία, ο Καπετάν Ζαχαριάς δεν αποτελεί μόνο ιστορικό πρόσωπο. Αποτελεί στοιχείο της συλλογικής μας ταυτότητας. Τα μονοπάτια όπου κινήθηκε, οι τόποι των συγκρούσεών του και τα δημοτικά τραγούδια που διέσωσαν το διάβα του, αποτελούν ζωντανά μνημεία μιας ιστορίας που εξακολουθεί να εμπνέει. Η μνήμη του διατηρείται στη συνείδηση των ανθρώπων που αναγνωρίζουν σε αυτόν την ενσάρκωση της ανυπότακτης λακωνικής ψυχής.
Ο Καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης δεν μπορεί να γίνει κατανοητός αν εξεταστεί απομονωμένα από το ιστορικό και το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκε. Οι πράξεις του, η στρατιωτική του φυσιογνωμία, η επιλογή της κλεφτουριάς ως τρόπου ζωής και η επιρροή που άσκησε στους μεταγενέστερους αγωνιστές αποτελούν προϊόν μιας εποχής βαθιάς πολιτικής αστάθειας, κοινωνικών ανακατατάξεων και διαρκούς σύγκρουσης ανάμεσα στην οθωμανική εξουσία και τις τοπικές κοινωνίες της Πελοποννήσου.
Η ιστορική περίοδος από την αποτυχία των Ορλωφικών (1770) έως τον θάνατο του Ζαχαριά (1804) υπήρξε μία από τις δραματικότερες στην ιστορία της Λακωνίας. Ήταν η απαρχή μιας μακράς περιόδου βίας, κατά την οποία χωριά ερημώθηκαν, καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν και πολλές οικογένειες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στις δυσπρόσιτες πλαγιές του Ταϋγέτου και στο Πάρνωνα. Μέσα σε αυτά τα τριάντα τέσσερα χρόνια διαμορφώθηκαν οι συνθήκες που γέννησαν μια νέα γενιά κλεφτών, από την οποία αναδείχθηκαν προσωπικότητες όπως ο Καπετάνιος μας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον βίας, ανασφάλειας αλλά και έντονης αλληλεγγύης διαμορφώθηκε η γενιά που αργότερα θα πρωταγωνιστούσε στην Ελληνική Επανάσταση. Στα βουνά της Πελοποννήσου είχε ήδη δημιουργηθεί ένα άτυπο σχολείο πολέμου. Εκεί διδάσκονταν η χρήση των όπλων, η ορεινή τακτική, η πειθαρχία, η συντροφικότητα και η επιβίωση σε αντίξοες συνθήκες..
Ο Ζαχαριάς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της γενιάς και η επιρροή του ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της προσωπικής του δράσης.
Για τον Ζαχαρία Παντελεάκο, τον Καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, η ιστορία δεν αρχίζει με ένα εντυπωσιακό γεγονός. Αρχίζει ήσυχα, σε ένα μικρό ορεινό χωριό της Λακωνίας, τη Μπαρμπίτσα, μέσα σε μια οικογένεια κτηνοτρόφων και γεωργών, σε μια εποχή κατά την οποία η Πελοπόννησος προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές που είχαν αφήσει τα Ορλωφικά.
Όταν γεννήθηκε ο Ζαχαριάς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να κυριαρχεί στην Πελοπόννησο. Ωστόσο, η εξουσία της δεν ήταν απόλυτη.
Οι ορεινές περιοχές αποτελούσαν πεδία συνεχούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην κεντρική διοίκηση, τους τοπικούς προεστούς, τους αρματολούς και τις ομάδες των κλεφτών.
Η Μπαρμπίτσα δεν ήταν τυχαίος τόπος. Αποτελούσε ένα από τα ορεινά χωριά που διατηρούσαν έντονη αίσθηση αυτονομίας. Η γεωγραφική της θέση παρείχε φυσική προστασία. Για ένα παιδί που γεννιόταν σε αυτό το περιβάλλον, το βουνό αποτελούσε το πρώτο σχολείο .
Μέσα σε αυτή τη διαρκή ένταση γεννήθηκε μια νέα γενιά ανθρώπων που δεν γνώριζε την ειρήνη ως μόνιμη κατάσταση. Ο Ζαχαριάς ήταν παιδί αυτής της γενιάς. Υπήρξε προϊόν της εποχής και του τόπου. Και, ταυτόχρονα, ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της εποχής που ακολούθησε.
Εξάλλου, «Οι μεγάλες μορφές της ιστορίας δεν αναδύονται από το κενό· πίσω τους βρίσκονται οικογένειες, κοινότητες και παραδόσεις που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους.»
Η οικογένεια, στη Λακωνία του 18ου αιώνα, ήταν η πιο σταθερή και αδιαμφισβήτητη αξία! Εξασφάλιζε προστασία, οικονομική επιβίωση, κοινωνική συνοχή και τη μετάδοση αξιών από γενιά σε γενιά. Έτσι εξηγείται γιατί πολλά κλέφτικα σώματα αποτελούνταν από συγγενείς, κουμπάρους ή ανθρώπους του ίδιου χωριού.
Η οικογένεια Παντελεάκου, η οικογένεια του Καπετάν Ζαχαριά ,ανήκε στις παλαιές οικογένειες της Μπαρμπίτσας και ήταν μεγάλη κλέφτικη οικογένεια του Μωριά. Ο Καπετάνιος γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα στις 22 Οκτωβρίου 1759.

Σε αντίθεση με πολλές επιφανείς οικογένειες της προεπαναστατικής Ελλάδας, για τους Παντελεάκηδες οι διαθέσιμες ιστορικές πληροφορίες είναι περιορισμένες. Οι περισσότερες προέρχονται από μεταγενέστερες αφηγήσεις, τοπικές παραδόσεις και απομνημονεύματα αγωνιστών. Από τέτοιες πηγές τεκμαίρεται και η μανιάτικη αναφορά του Καπετάνιου.
Στη Λάγια, μέχρι σήμερα λέγεται η φράση «αν το κάμεις αυτό χαιρετίσματα στους Παντελεάνους» που σημαίνει ότι, αν κάνεις αυτή την πράξη, σε περιμένει συμφορά μεγάλη.
Η φράση «χαιρετισμούς στους Παντελεάνους» δείχνει ότι η οικογένεια αυτή βρέθηκε κάποτε στην ανάγκη να απομακρυνθεί από τη Μάνη. Αν δεχτούμε ότι αυτοί είναι οι Παντελεάνοι, που βρέθηκαν στη Βαρβίτσα, ίσως δεν είμαστε μακριά από την αλήθεια. Τότε καταλαβαίνουμε γιατί ο Ζαχαριάς μπαίνει και μένει φανερά στη Μάνη, ενώ δεν επιτρέπεται σε Μοραΐτη κλέφτη είσοδος και παραμονή στη Μάνη, ερμηνεύονται δε έτσι και οι ιδιαίτερες σχέσεις με τους Λαγιάτες. Έτσι δικαιολογείται και το χτίσιμο πύργου από το Ζαχαριά (στο Σκουφομύτη), πράγμα απαγορευμένο για μη Μανιάτη.
Μια ισχυρή πατριά της περιοχής της Λάγιας, τους Μπαρμπαγιάννηδες οι αντίπαλοι τους λένε ακόμα Μπιρμπιτσιώτηδες ειρωνικώς ως προερχόμενους από τη Βαρβίτσα...»
Ο Ζαχαριάς αν και γεννήθηκε στη Μπάρμπιτσα , έδρασε κυρίως στη Μάνη και σε όλο το Μωριά. Σε ηλικία 18 ετών, έγινε κλέφτης, πρωτοκατατάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Mάντζαρη και αποκαλείτο “μεγάλος καπετάνιος” λόγω της απαράμιλλης παλληκαριάς και των θαυμαστών ικανοτήτων του. Πολύ νωρίς ανεξαρτητοποιήθηκε και δημιούργησε δικό του ένοπλο σώμα (ασκέρι) που τον αναγνώρισε σαν καπετάνιο.
Στην περίπτωση του Ζαχαριά, τα χαρακτηριστικά αυτής της εποχής και αυτής της ζωής συνδυάστηκαν με ιδιαίτερες ηγετικές ικανότητες, στρατιωτική ευφυΐα και προσωπικό θάρρος, στοιχεία που τον ανέδειξαν σε εξέχουσα μορφή της κλεφτουριάς του Μοριά. Η ηγεσία του Καπετάνιου δεν βασίστηκε στη σωματική δύναμη μόνο, αλλά και στην ικανότητά του να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Η οικογένειά του φαίνεται ότι του καλλιέργησε αρετές όπως το βαθύ αίσθημα ευθύνης, την προσήλωση στον λόγο του, την αντοχή στις δυσκολίες και την ικανότητα να εμπνέει εμπιστοσύνη. Η ηγεσία δεν στηριζόταν σε τίτλους ή αξιώματα, αλλά στην προσωπική αξία, στη γενναιότητα και στην ικανότητα λήψης αποφάσεων σε κρίσιμες στιγμές.
Σύμφωνα με την παράδοση και τις μεταγενέστερες αφηγήσεις, καθοριστικό γεγονός για τη ζωή του Ζαχαριά υπήρξε η δολοφονία του αδελφού του Παντελή από οθωμανικούς παράγοντες ή ένοπλους συνεργάτες τους.
Αυτό το γεγονός, επηρέασε βαθιά τον Καπετάνιο, επηρέασε την συναισθηματική , αλλά και την πατριωτική του λειτουργία και καθόρισε τις επιλογές του. Η οδύνη για τον θάνατο του αδελφού του δεν περιορίστηκε σε μια ιδιωτική υπόθεση. Μετατράπηκε σταδιακά σε αγώνα εναντίον ενός συστήματος εξουσίας που γεννούσε παρόμοιες αδικίες.
Η έννοια της οικογενειακής τιμής είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στις κοινωνίες της εποχής. Η απώλεια συγγενούς από πράξη αυθαίρετης βίας δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως προσωπικό πένθος, αλλά και ως βαθιά προσβολή της κοινότητας.
Ο Ζαχαριάς, όμως, παρά το αξεπέραστο πένθος του, δεν έμεινε ένας άνθρωπος που αναζητούσε εκδίκηση. Εξελίχθηκε σε ηγέτη που εξέφρασε τις προσδοκίες και τις ανάγκες πολλών κοινοτήτων της Πελοποννήσου. Το πέρασμα αυτό δεν υπήρξε απλώς προσωπική μεταβολή. Αντανακλά τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς νέων, με ανάλογα βιώματα, που οδηγήθηκαν στην ένοπλη αντίσταση από τις συνθήκες της εποχής τους.
Η μελέτη της ζωής του Καπετάν Ζαχαριά, όμως, παρά την τόσο μεγάλη σημασία της παρουσίας του στα γεγονότα και στις εξελίξεις της εποχής, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη δυσκολία. Η εικόνα που διαθέτουμε για τον ίδιο προέρχεται κυρίως από μεταγενέστερες αφηγήσεις ανθρώπων που γνώρισαν την εποχή του ή επηρεάστηκαν από τη δράση του.
Η σημαντικότερη ελληνική μαρτυρία είναι η Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, που υπαγόρευσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο Κολοκοτρώνης , παιδί της γενιάς του Ζαχαριά, αναφερόμενος στον Ζαχαριά, τον παρουσιάζει ως κορυφαία μορφή της κλεφτουριάς του Μοριά και ως έναν από τους άνδρες που διατήρησαν ζωντανό το φρόνημα των Ελλήνων στα δύσκολα χρόνια πριν από την Επανάσταση.
Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, γνωστός ως Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, παρουσιάζει τον Ζαχαριά ως έναν από τους μεγαλύτερους καπεταναίους της Πελοποννήσου και επισημαίνει ότι οι νεότεροι αγωνιστές μεγάλωσαν ακούγοντας τις διηγήσεις για τη δράση του.
Ο Γάλλος διπλωμάτης και περιηγητής François Pouqueville αναφέρεται στον Ζαχαριά ως έναν από τους πλέον επικίνδυνους αντιπάλους της οθωμανικής διοίκησης στην Πελοπόννησο. Οι περιγραφές του αποτυπώνουν το μέγεθος της ανησυχίας που προκαλούσε η δράση των κλεφτών στις οθωμανικές αρχές.
Ο Βρετανός αξιωματικός William Martin Leake ( Λέικ ) στις μελέτες του για τον Ζαχαριά ενδιαφέρεται να κατανοήσει τη στρατιωτική οργάνωση της κλεφτουριάς και τη σχέση τους με την οθωμανική διοίκηση.
Οι Βρετανοί περιηγητές William Gell (Γκελ) και Henry Holland συμπληρώνουν την εικόνα της Πελοποννήσου στις αρχές του 19ου αιώνα. Αν και οι αναφορές τους στον Ζαχαριά είναι περιορισμένες, επιβεβαιώνουν την αστάθεια της περιοχής και τη σημαντική παρουσία των κλεφτών στα ορεινά της Λακωνίας.
Η μεγαλύτερη ίσως πηγή για την μελέτη της εποχής είναι τα κλέφτικα τραγούδια που δεν είναι απλές ποιητικές συνθέσεις. Αποτελούν ιστορικές μαρτυρίες ενός λαού που, στερούμενος επίσημης ιστοριογραφίας, κατέγραφε τα βιώματα, τους αγώνες και τα πρότυπά του στην προφορική του παράδοση.
Η μορφή του Ζαχαριά εντάχθηκε νωρίς σε αυτή την παράδοση, στον κύκλο των κλέφτικων τραγουδιών, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της τοπικής ιστορίας και απέκτησε πανελλήνια διάσταση.
Η δημοτική ποίηση δεν διατήρησε απλώς τη μνήμη του Καπετάν Ζαχαριά. Τη μετέπλασε σε συλλογικό σύμβολο. Μέσα από τους στίχους των κλέφτικων τραγουδιών, ο ιστορικός καπετάνιος της Μπαρμπίτσας μεταμορφώθηκε σε διαχρονικό εκπρόσωπο της ελληνικής αντίστασης απέναντι στην τυραννία «γιατί πριν ακόμη γραφτεί η ιστορία, τραγουδήθηκε. Και πολλές φορές το τραγούδι διατήρησε ζωντανή τη μνήμη εκεί όπου τα επίσημα έγγραφα σιώπησαν.»
Οι οθωμανικές διοικητικές αναφορές που έχουν δημοσιευθεί είναι αποσπασματικές, αλλά αποδεικνύουν ότι οι αρχές αντιμετώπιζαν τους μεγάλους κλέφτες της Πελοποννήσου ως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και την είσπραξη των φόρων. Η τύχη του Ζαχαριά ήταν πλέον προδιαγραμμένη.
Όλες οι πηγές συμφωνούν ότι , «Οι μεγάλοι αγωνιστές σπανίως νικιούνται στο πεδίο της μάχης. Συχνότερα πέφτουν θύματα της διχόνοιας, της πολιτικής σκοπιμότητας ή της προδοσίας.»
Ο Καπετάν Ζαχαριάς είχε πλέον εξελιχθεί στον σημαντικότερο κλεφταρχηγό του Μοριά. Η επιρροή του εκτεινόταν πέρα από τη Λακωνία, επηρεάζοντας τις ισορροπίες σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου. Η στρατιωτική του δύναμη, οι σχέσεις του με τις τοπικές κοινότητες και το κύρος που απολάμβανε μεταξύ των κλεφτών τον καθιστούσαν παράγοντα με πολιτική πλέον βαρύτητα.
Ακριβώς αυτή η ισχύς προκάλεσε την ανησυχία όχι μόνο των οθωμανικών αρχών αλλά και ορισμένων τοπικών παραγόντων, οι οποίοι φοβούνταν ότι η ανεξάρτητη δράση του θα ανέτρεπε τις εύθραυστες ισορροπίες της εποχής.
Οι περισσότερες ιστορικές πηγές συγκλίνουν ότι η οθωμανική διοίκηση αποφάσισε να τον εξοντώσει. Ορισμένες πηγές αποδίδουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνες προεστούς που, υπό την πίεση της οθωμανικής διοίκησης ή για λόγους τοπικών ανταγωνισμών, συνεργάστηκαν στην εξόντωσή του.
Ένα , όμως είναι βέβαιο: η εξουσία της εποχής με όποια μορφή της, ήθελε να απαλλαγεί από τον Ζαχαριά, καθώς οι συνεχείς επιχειρήσεις εναντίον του δεν είχαν αποδώσει
Έτσι, το καλοκαίρι του 1804, τον Ιούλιο, ο Ζαχαριάς έπεσε νεκρός ύστερα από ενέδρα ή αιφνιδιαστική επίθεση ανθρώπων που είχαν αποκτήσει πρόσβαση σε αυτόν. Δεν σκοτώθηκε σε ανοιχτή μάχη απέναντι σε υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις αλλά σε συνθήκες που η συλλογική μνήμη χαρακτήρισε «προδοσία». Στη λαϊκή παράδοση, ο θάνατος από προδοσία προσδίδει στον ήρωα ηθική υπεροχή και ενισχύει τον συμβολισμό της θυσίας του.
Η είδηση του θανάτου του Ζαχαριά προκάλεσε βαθιά εντύπωση στην Πελοπόννησο.
Η εξόντωση του σημαντικότερου κλεφταρχηγού δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της αντίστασης. Αντίθετα, η μνήμη του λειτούργησε ως σημείο αναφοράς για τη νεότερη γενιά των αγωνιστών.
Άνδρες όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς ανδρώθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου το όνομα του Ζαχαριά είχε ήδη αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις. Η απώλειά του Καπετάνιου δεν έσβησε την παράδοση της κλεφτουριάς· συνέβαλε στη μετατροπή της σε ιστορική παρακαταθήκη.
Οι προεστοί, οι τοπικοί άρχοντες, οι ένοπλες ομάδες και η οθωμανική διοίκηση κινούνταν μέσα σε ένα σύνθετο σύστημα συμμαχιών, πιέσεων και ανταγωνισμών. Η συμμετοχή Ελλήνων στην εξόντωση του Ζαχαριά, όπου αυτή τεκμηριώνεται από τις πηγές, πρέπει να ενταχθεί στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Αυτό αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιθέσεις της προεπαναστατικής κοινωνίας, οι οποίες θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την πορεία του Ελληνισμού και κατά την Επανάσταση.
Με τον θάνατό του, ο Ζαχαριάς έπαψε να είναι μόνο ιστορικό πρόσωπο.
Η δημοτική ποίηση, οι προφορικές παραδόσεις και οι αφηγήσεις των αγωνιστών τον μετέβαλαν σε σύμβολο της αδούλωτης Πελοποννήσου.
Η εικόνα του ανθρώπου που δεν κάμφθηκε από τις οθωμανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά έπεσε ύστερα από προδοσία, απέκτησε ιδιαίτερη δύναμη στη λαϊκή συνείδηση
Η προδοσία και η δολοφονία του Καπετάν Ζαχαριά σηματοδότησαν το τέλος μιας σπουδαίας προσωπικής διαδρομής , αλλά όχι το τέλος της ιστορικής του επιρροής.
Όλοι συμφωνούν ότι «Οι μεγάλοι αγωνιστές δεν δημιουργούν μόνο νίκες· δημιουργούν διαδόχους. Η μεγαλύτερη κληρονομιά τους είναι οι άνθρωποι που συνεχίζουν το έργο τους.»
Ο θάνατος του Καπετάν Ζαχαριά το 1804 δεν σήμανε το τέλος της ιστορικής του παρουσίας. Αντίθετα, η στρατιωτική εμπειρία που συσσωρεύθηκε κατά την εικοσιπενταετή δράση του μεταβιβάστηκε στη νεότερη γενιά των αγωνιστών, η οποία δεκαεπτά χρόνια αργότερα θα πρωτοστατούσε στην Ελληνική Επανάσταση.
Ανάμεσα στις μορφές που συνδέονται περισσότερο με αυτή την κληρονομιά ξεχωρίζουν ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Και με τους δύο ο Καπετάνιος συνδέθηκε ιστορικά και ιδεολογικά.
Οι επιτυχίες του απέδειξαν ότι η οθωμανική εξουσία μπορούσε να αμφισβητηθεί, έστω και τοπικά. Αυτή η εμπειρία είχε μεγάλη παιδαγωγική σημασία για τη νεότερη γενιά των κλεφτών, η οποία μεγάλωσε έχοντας ως πρότυπο ανθρώπους που είχαν ήδη δοκιμάσει στην πράξη την ένοπλη αντίσταση.
Μελετώντας σήμερα από απόσταση χρονική τον Καπετάνιο, διαπιστώνουμε αναμφισβήτητα ότι η σημαντικότερη κληρονομιά του Ζαχαριά δεν ήταν ένας στρατός ούτε μια πολιτική οργάνωση. Ήταν ένας τρόπος πολέμου. Ο Καπετάν Ζαχαρίας, όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτήρισαν, υπήρξε η Σχολή Ευελπίδων του 1821 αφού δίπλα του έμαθαν την τέχνη του Κλεφτοπολέμου ο Κολοκοτρώνης ,ο Γιαννιάς ,ο Στριφτόμπολας ,ο Γιώργας από τον Αητό , ο Καλιοντζής από τη Σίταινα και ο Νικηταράς από το Τουρκολέκα Μεσσηνίας ...
Τα βασικά στοιχεία της κλεφταρματολίτικης τέχνης που χαρακτήριζαν την πολεμική σχολή του Καπετάνιου ήταν η βαθιά γνώση του εδάφους, η ταχύτητα των μετακινήσεων, η στενή συνεργασία με τους κατοίκους των ορεινών κοινοτήτων, η χρήση της ενέδρας και η αποφυγή άσκοπων απωλειών.
Οι ίδιες αρχές θα εφαρμοστούν με ιδιαίτερη επιτυχία κατά την Επανάσταση του 1821 από τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά και άλλους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς, πράγμα που επιβεβαιώνει την αποδοχή της στρατηγικής του Καπετάνιου.
Πέρα, όμως , από τη στρατιωτική κλεφταρματολίτικη τέχνη, ο Ζαχαριάς κληροδότησε και έναν κώδικα αξιών. Ο καπετάνιος όφειλε να είναι πρώτος στον κίνδυνο, να μοιράζεται τις κακουχίες των ανδρών του, να τηρεί τον λόγο του και να προστατεύει την κοινότητα που τον στήριζε.
Αυτός ο κώδικας διατρέχει ολόκληρη την κλεφταρματολίτικη παράδοση και αποτυπώνεται τόσο στις αφηγήσεις των αγωνιστών όσο και στη δημοτική ποίηση. Η ηγεσία δεν στηριζόταν μόνο στη δύναμη των όπλων, αλλά και στο προσωπικό παράδειγμα.
Όλα αυτά που συνθέτουν την ζωή και την ιστορία του Ζαχαριά δείχνουν ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν γεννήθηκε αιφνίδια το 1821.
«Οι επαναστάσεις δεν γεννιούνται σε μία ημέρα. Προετοιμάζονται επί δεκαετίες μέσα από ανθρώπους, ιδέες, εμπειρίες και θυσίες. Ο Καπετάν Ζαχαριάς ανήκει σε εκείνους που δεν έζησαν για να δουν το 1821, αλλά που συνέβαλαν αποφασιστικά ώστε αυτό να καταστεί δυνατό.»
Η πορεία του αποδεικνύει ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από εκείνους που βρίσκονται στην τελική πράξη ενός μεγάλου γεγονότος. Γράφεται και από εκείνους που, χρόνια πριν, δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε η τελική πράξη να καταστεί δυνατή. Υπό αυτή την έννοια, ο Καπετάν Ζαχαριάς δικαιούται να καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στο πάνθεον των προδρόμων της Ελληνικής Επανάστασης.
Και βέβαια «Η ιστορία ενός ανθρώπου δεν τελειώνει με τον θάνατό του. Συνεχίζεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο κάθε γενιά επιλέγει να τον θυμάται, να τον ερμηνεύει και να τον εντάσσει στη συλλογική της μνήμη.»
Η σύγχρονη ιστορική έρευνα αντιμετωπίζει τον Ζαχαριά με μεγαλύτερη μεθοδολογική αυστηρότητα. Αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο από τους μελετητές, ότι η κατανόηση της Ελληνικής Επανάστασης απαιτεί τη μελέτη των ανθρώπων που προετοίμασαν τις στρατιωτικές και κοινωνικές της προϋποθέσεις.
Η πρόκληση πλέον για τον σύγχρονο ιστορικό είναι να κατανοήσει πώς ο πραγματικός άνθρωπος έγινε ήρωας και γιατί ο ήρωας εξακολουθεί να εμπνέει περισσότερο από δύο αιώνες μετά τον θάνατό του.
Σας ευχαριστώ!
