Γράφει ο Β. Μητράκος: «… και μπριγιόλ στα μαλλιά»

Εμείς, παλιά, λουζόμαστε με σαπούνι σπιτικό, άσπρο ή πράσινο, που έφτιαχναν οι μανάδες μας από μουργόλαδα, κάθε χρόνο, για τις ανάγκες του σπιτιού. Μια φορά τη βδομάδα, κυρίως το Σάββατο, γονατίζαμε μπροστά στη σκάφη (πόσες «μετάνοιες» μπροστά της για να λουστούμε!!! Ούτε σε εικονοστάσι!!!), ρίχναμε ζεστό νερό στο κεφάλι μας με ένα μπρίκι από τον κουβά παραδίπλα και μετά τρίβαμε το σπιτικό σαπούνι πάνω στα μαλλιά μας μέχρι να αφρίσει. Ξεπλέναμε και βάζαμε άλλα δυο σαπούνια, το ένα μετά το άλλο, αφού η μάνα μας έλεγε ότι πρέπει να βάζουμε μονό αριθμό (3 ή 5 σαπούνια), ξεπλέναμε, σκουπίζαμε τα μαλλιά μας με την πετσέτα και είμαστε έτοιμοι, καθαροί. Το σπιτικό σαπούνι καθάριζε τέλεια τα μαλλιά. Κι αν είχες, κιόλας, βρόχινο νερό, ακόμα καλύτερα. Μάλιστα, από το πρώτο σαπούνι τα μαλλιά μας «τρίζανε» στο ξέπλυμα από την καθαριότητα. Όμως, το λούσιμο με σπιτικό σαπούνι είχε κι ένα «μειονέκτημα»: Όταν στέγνωναν τα λουσμένα με το σαπούνι μαλλιά, ήταν «άγρια» σαν τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου. Όσο κι αν τα βρέχαμε και τα χτενίζαμε εκείνα, όταν στέγνωναν, στέκονταν και πάλι όρθια, όπως οι νταβανόπροκες. Ευτυχώς, όμως, υπήρχε  το… μπριγιόλ!!!

mpi1.jpg

Το μπριγιόλ ήτανε ένα πράμα όπως το λαδάκι και ήτανε αρωματισμένο. Έριχνες λίγο μπριγιόλ στη χούφτα σου, έτριβες τις παλάμες για να πάρουν ΚΑΙ οι δυο μπριγιόλ και μετά το άπλωνες στα μαλλιά χτενίζοντάς τα με τα δάχτυλα, πολλές φορές. Αμέσως ύστερα, με την τσατσάρα, χτένιζες τα μαλλιά σου (άλλοι κατά πάνω, άλλοι «κοκοράκι», άλλοι «χωρίστρα» αριστερά, άλλοι χωρίστρα δεξιά  και καμάρωνες στον καθρέφτη της «Καλημέρας» το αποτέλεσμα: Ωραία, στρωμένα μαλλιά, αρωματισμένα, γυαλιστερά, κατάμαυρα, που μοσχομύριζαν. 

Όλοι, τότε, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά, έβαζαν μπριγιόλ στα μαλλιά τους μετά από κάθε λούσιμο, αλλά και όσες φορές (είτε από τον ύπνο είτε από άλλη αιτία) τα μαλλιά δεν πειθαρχούσαν στην τσατσάρα και πέταγαν δώθε κείθε. Γι’ αυτό και σ’ όλες τις παλαιές φωτογραφίες απλών ανθρώπων, ηθοποιών, τραγουδιστών, ποδοσφαιριστών κλπ, το πρώτο πράγμα που «χτύπαγε» στο μάτι ήταν τα καλοχτενισμένα, γυαλιστερά μαλλιά τους κι αυτό ήταν κατόρθωμα του μπριγιόλ. 

Χάρη στο μπριγιόλ νιώθαμε κι εμείς σταρ, όταν, κολλημένοι μπροστά στον καθρέφτη της «Καλημέρας», χτενίζαμε με την τσατσάρα τα «λαδωμένα» μαλλιά μας, έτσι όπως τα χτένιζε ο Κώστας Κακαβάς ή ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, ας πούμε.

mpi2.jpg

Βέβαια, το μπριγιόλ στην Ελλάδα λανσαρίστηκε στην αγορά ως ανδρικό καλλυντικό κατά το ’50 με ’60, αλλά το χρησιμοποιούσαν (καταχρηστικά) ΚΑΙ οι γυναίκες.

Αργότερα, μεγαλώνοντας, μάθαμε από τις εγκυκλοπαίδειες του καιρού, πως το μπριγιόλ ήτανε λάδι παραφίνης (προϊόν του πετρελαίου) αρωματισμένο, για την περιποίηση των ανδρικών μαλλιών και το όνομά του ήταν από το γαλλικό «brillole» που σημαίνει «λάμψη».

Το μπριγιόλ (φτηνό ήτανε) το παίρναμε από τα περίπτερα μέσα σε ένα μικρό πλαστικό μπουκαλάκι, αλλά το βρίσκαμε και στα Ψιλικατζίδικα του ΜΕΡΕΚΟΥΛΙΑ και του ΝΙΚΗΤΟΠΟΥΛΟΥ, καθώς και στα Καλλυντικά ΠΑΝΑΓΕΑ στη Λυκούργου και στο Αρωματοπωλείο ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ στις Καμάρες.

Το μπριγιόλ καταργούσε, με τον τρόπο του, τις ταξικές διακρίσεις, αφού δεν έλειπε από κανένα σπίτι, είτε φτωχικό είτε πλούσιο, και το χρησιμοποιούσαν ΟΛΟΙ (πλούσιοι και φτωχοί) με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν έλειπε,  επίσης, το μπριγιόλ, από κανένα κουρείο, αφού εκεί ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές. Η παραγγελία που έδιναν οι άντρες, όταν έμπαιναν στα παλαιά κουρεία και κάθονταν στην αναπαυτική πολυθρόνα του κουρέα ήταν:

 «Κούρεμα , ξύρισμα και μπριγιόλ στα μαλλιά».

mpi3.jpg

Είχε, μάλιστα, τόση κατανάλωση το μπριγιόλ στα παλιά κουρεία, ώστε κάθε πρωί που άνοιγαν το μαγαζί τους οι ασπροφορεμένοι μπαρμπέρηδες η πρώτη δουλειά τους ήτανε να γεμίσουν με μπριγιόλ τα μπουκαλάκια που βρίσκονταν στο ράφι πλάι στον καθρέφτη.

Διηγείται ένας παλιός κουρέας: 

 

«Αυτό το μπριγιόλ το έχω βάλει εγώ εδώ -δεν θα το πιστέψεις!- μπροστά από 20 χρόνια! Και δεν έχει βάλει κανένας. Δεν βάζουν τώρα μπριγιόλ. Δεν χτενίζονται οι ανθρώποι. Τώρα τα κάνουνε έτσι. Δεν βάζει κανένας, γιατί όπως κουρεύονται τώρα δεν χρειάζεται μπριγιόλ. Παλιά ήταν μεγάλα τα μαλλιά. Μετά από λούσιμο πετάγανε και ερχόντουσανε. Είχαμε ένα μαθητή που περνούσε κάθε μέρα από δω κι έβαζε μπριγιόλ. Κάθε πρωί. Είχαμε κείνη την κρεμάστρα, μια κρεμάστρα, κρεμάγαμε τα πανιά που κουρεύαμε και την πετσέτα αυτή. Μια χνουδωτή πετσέτα. Χτενιζόταν λοιπόν αυτός ο νεαρός… Θεός σχωρέστον. Τώρα είναι πεθαμένος. Και ξεχνιότανε κι έβαζε την πετσέτα πάντοτε στην τσέπη του. Την έπαιρνε σχολείο και την επήγαινε στο σπίτι. Μόλις πήγαινε, την έβγανε κι έλεγε: «Μάνα πλύνε την πετσέτα γιατί την έβαλα στην τσέπη μου κατά λάθος. Είναι απ’ το κουρείο.» Και την έφερνε την άλλη μέρα πλυμένη εδώ. Και όποτε περνούσε κι έβαζε μπριγιόλ, την έπαιρνε την πετσέτα...»

«Το τελευταίο παραδοσιακό κουρείο της Άμφισσας»-https://archive.istorima.org/


Κάπου στα τέλη της 10ετίας του ’60, αρχές του ’70, ήρθε και στην Ελλάδα μια αμερικάνικη μετεξέλιξη του μπριγιόλ, μια κρέμα σε σωληνάρι, το περίφημο «Μπριλ κρημ» που έκανε ακριβώς την ίδια δουλειά με το μπριγιόλ.

mpi4.jpg

Μάλιστα, στα σινεμά της εποχής που δείχνανε διαφημίσεις πριν από την ταινία, έπαιζε και η διαφήμιση του «Μπριλ κρημ» (θηλυκό ουσιαστικό ήτανε…εμείς όμως το είχαμε κάνει αρσενικό):

Η διαφήμιση αυτή έδειχνε έναν αθλητή του «επί κοντώ», ο οποίος έτρεχε, πήδαγε ψηλά στηριζόμενος στο κοντάρι του και ξαφνικά, την στιγμή που πήγαινε να περάσει τον πήχη, η εικόνα πάγωνε και έμενε μετέωρος στον αέρα ενώ μια φωνή τον  ρωτούσε: 

«Έι! Τι συμβαίνει;». 

Κι εκείνος απαντούσε:

«Ξέχασα να βάλω μπριλ κρημ».

mpi5.jpg

Μετά συνέχιζε: 

«Για να έχετε επιτυχία χρησιμοποιείτε μπριλ κρημ. Ιδεώδες προϊόν για την περιποίηση των μαλλιών. Ο άνδρας της σήμερον χρησιμοποιεί μπριλ κρημ.»

Οπότε η λήψη γύριζε πίσω, ο αθλητής έβαζε στα μαλλιά του μπριλ κρημ και μετά άνετος και  ωραίος υπερπηδούσε τον πήχη μέσα σε αποθέωση.

Η διαφήμιση αυτή είχε γίνει τόσο δημοφιλής ώστε τη φράση ««Ξέχασα να βάλω μπριλ κρημ» τη χρησιμοποιούσαν, ως ευφυολόγημα, οι νέοι της εποχής μεταξύ τους, ενώ πέρασε, ως ατάκα, και σε ελληνικές ταινίες, όπως λόγου χάρη στην Ταινία του Ορέστη Λάσκου «Ο χαζομπαμπάς» (1968), με τον Ν. Σταυρίδη, την Μπεάτα Ασημακοπούλου και τον Ντίνο Δαδινόπουλο:

mpi6.jpg

Ο Σταυρίδης με την Ασημακοπούλου (γονείς) περιμένουν στον Σταθμό Λαρίσης τον γιο τους (Δαδινόπουλο) που σπούδαζε στη Γερμανία. Προς μεγάλη απογοήτευση του συντηρητικού πατέρα Σταυρίδη ο γιος του έρχεται αγνώριστος, με μούσια, μοντέρνα ρούχα κλπ. Μετά την υποδοχή ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος μεταξύ των γονέων:

-Χαράλαμπε, καλώς μας ήρθε.

-Αμ δε μας ήρθε «καλώς», Σοφία! Δε μας ήρθε Σοφία! Με ξέφρενο ντύσιμο μας ήρθε, με στενοβράκι μας ήρθε, και με μούσι μας ήρθε, Σοφία. Που έτσι δηλαδή για να το χτενίσει πρέπει να του φέρνουμε…μπριλ κρημ!!!

mpi7.jpg

Σε άλλη ταινία, επίσης του 1967, με τίτλο «Μίνι φούστα και καράτε» ο Γιάννης Βογιατζής εισβάλει ορμητικός μέσα σε ένα δωμάτιο, ξαφνικά «μαρμαρώνει», λέει : «Ξέχασα να βάλω μπριλ κρημ» και αμέσως μετά συνεχίζει την ξέφρενη πορεία του και … πετάγεται έξω από το παράθυρο!

Το ταπεινό και λαϊκό μπριγιόλ έδωσε έμπνευση και στους γελοιογράφους της εποχής:

Ο Βασίλης Χριστοδούλου, λόγου χάρη, σε μια γελοιογραφία του στο ΡΟΜΑΝΤΣΟ, είχε σχεδιάσει με το πενάκι του δυο μεροκαματιάρηδες του δρόμου: Έναν πλανόδιο ψαρά στο πεζοδρόμιο με το πανέρι του γεμάτο ψάρια κι έναν ψιλικατζή με καροτσάκι απέναντί του στον δρόμο. Το καροτσάκι του ψιλικατζή γράφει: ΑΡΩΜΑΤΑ-ΚΟΛΩΝΙΕΣ-ΜΠΡΙΓΙΟΛ, και ο ψαράς, απευθυνόμενος στον ψιλικατζή, λέει:

«Ρε φίλε, δεν πας πιο πέρα, μη νομίζη ο κόσμος ότι βρωμάνε έτσι τα ψάρια μου;»

Χρόνια αργότερα, στα 1986, όταν η μόδα του μπριγιόλ είχε περάσει πια, το θυμήθηκε ο Σάκης Μπουλάς και έγραψε ένα «φευγάτο» τραγούδι με τίτλο «ΜΠΡΙΓΙΟΛ»:

 

«Είσαι μανάρι μου αλειμμένη με μπριγιόλ

 Κι από ρεμπέτισσα το παίζεις ροκ εντ ρόλ 

Και νινανάι, ώπα, γιάβρουμ και αμάν 

Ακούς Βιτάλη, Σούκα και Duran Duran»

mpi8.png

Τον Μάρτιο του 2005, ο συγγραφέας Δημ. Χατζόπουλος κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Μπριγιόλ». Μια, φαινομενικά, συνηθισμένη ιστορία δύο εφήβων, που σε μια επαρχιακή πόλη, τη δεκαετία του ’70, ανακαλύπτουν τον έρωτα. 

Βλέπουμε, δηλαδή,  πώς ασήμαντα, καθημερινά πράγματα, έγιναν μέρος της ζωής των ανθρώπων και η μνήμη (για λόγους ανεξήγητους) τα διέσωσε και  τα μετέτρεψε σε σημεία αναφοράς και αναγνωρισιμότητας μιας ολόκληρης εποχής.

Παρ’ όλο που πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, το μπριγιόλ εξακολουθεί να βρίσκεται στα ράφια των καλλυντικών της εποχής μας, πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που το χρησιμοποιούν. Βλέπουμε λόγου χάρη, διαφημίσεις στο διαδίκτυο του τύπου: 

«Λοσιόν παραφίνης (µπριγιόλ) για κράτημα των µαλλιών. Ιδανικό για αντρικό φορµάρισµα και wet look όψη. Ελαφριάς σύνθεσης λοσιόν που βοηθά στην εξάλειψη του φριζαρίσµατος προσφέροντας ένα λαμπερό αποτέλεσμα»!!!

Και οι νέοι άνθρωποι που, πολλές φορές, βλέπουν απαξιωτικά τις παλαιές εποχές, χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν σήμερα, για να «στήνουν» τα μαλλιά τους, τα λεγόμενα «ζελέ», τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά  η τεχνολογική εξέλιξη του μπριγιόλ και του μπριλ-κρημ του παρελθόντος.

mpi9.jpg

Τούτα τα παλιά πράγματα, όπως το μπριγιόλ, μοιάζουν σαν τα παλιά, επίσης, σημειωματάρια-ημερολόγια, που σημειώναμε κάποτε όλα εκείνα τα γεγονότα της ζωής μας που θεωρούσαμε σημαντικά. 

Αυτά τα όμορφα ημερολόγια ζωής, μένουν κρυμμένα στα συρτάρια του μυαλού και της καρδιάς μας και καρτερούν να τα ανοίγουμε, πότε-πότε, για να θυμόμαστε, να νιώθουμε όμορφα και να γαληνεύουμε.

 

Σπάρτη 10-3-2026

Βαγγέλης Μητράκος