Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Η μάντρα, η κάμερα, και το αδιαχώρητο της υποκρισίας

Ι. Η εσωτερική θεολογία του Μαρτυρίου

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή που θα έκανε κάθε «νοικοκυραίο» να ανατριχιάσει. Η 1η Μαΐου του 1944 στην Καισαριανή δεν ήταν μια τραγωδία. Ήταν μια λογική κατάληξη. Στην Ελλάδα, την χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας και του αιματηρού παραλογισμού, ο θάνατος δεν είναι ποτέ τυχαίος· είναι πάντα οργανωμένος από ένα κράτος που μισεί τα παιδιά του, ειδικά όταν αυτά αρνούνται να γίνουν δούλοι.

Οι Διακόσιοι δεν ξεφύτρωσαν στην Καισαριανή σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Ξεκίνησαν από το Χαϊδάρι, από το Μπλοκ 15, κουβαλώντας πάνω τους τη σκόνη της Ακροναυπλίας και την αλμύρα της Ανάφης. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ήδη «εκτελεστεί» ηθικά από το επίσημο ελληνικό κράτος της 4ης Αυγούστου, που τους παρέδωσε πακέτο στους Γερμανούς.

Εδώ έγκειται η πρώτη μεγάλη αθλιότητα: Ο ναζιστικός μηχανισμός δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς την πολύτιμη συνδρομή των εντοπίων «εθνικοφρόνων». Ταγματασφαλίτες, δωσίλογοι και η γνωστή αντικομμουνιστική μανία —που στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονικό εθνικό σπορ— συγκρότησαν το πεδίο θανάτου. Η εξουσία είχε αποφασίσει, κάποια σώματα δεν είναι άνθρωποι, αλλά είναι αριθμοί αντιποίνων. Είναι «αναλώσιμα» για να διατηρηθεί η Τάξη και η Ασφάλεια των κατακτητών και των συνεργατών τους.

ΙΙ. Η αποτυχία του δημίου

Όμως, ο δήμιος είναι πάντα ένας κακός ψυχολόγος. Στο Χαϊδάρι, πριν καν ανάψουν οι μηχανές των καμιονιών, συνέβη το αδιανόητο για τη λογική της ισχύος. Η εξουσία μπορεί να οργανώνει το σφαγείο, να το διαφημίζει στον κατοχικό Τύπο για να τρομοκρατεί τον «όχλο», αλλά αποτυγχάνει να αφαιρέσει από το θύμα την πολιτική του ιδιότητα.

Αυτοί οι 200 δεν πήγαιναν στη σφαγή ως πρόβατα. Πήγαιναν ως υποκείμενα μιας υπόσχεσης. Και αυτή η υπόσχεση είναι που στοιχειώνει ακόμα και σήμερα τα σαλόνια της εξουσίας. Η διαδρομή προς την Καισαριανή ήταν η πιο συγκλονιστική παράσταση που ανέβασε ποτέ η Αντίσταση. Η Αθήνα τους έβλεπε. Πεινασμένη, ρημαγμένη, τρομοκρατημένη. Δεν τους έσωσε —εδώ είναι η τραγωδία. Αλλά τους αναγνώρισε —εδώ είναι η πολιτική. Τα σημειώματα που πετούσαν από τα καμιόνια δεν ήταν αποχαιρετισμοί, ήταν πολιτικές διακηρύξεις. Η πόλη δεν παρήγαγε απλώς λυγμούς, παρήγαγε μια αντι-τελετή. Ο ναζισμός ήθελε να δείξει τη δύναμή του, και η πόλη του απάντησε δείχνοντάς του την αξιοπρέπεια της ήττας. Μιας ήττας που μυρίζει δικαίωση.

ΙΙΙ. Η μάντρα

Στο Σκοπευτήριο, ο θάνατος έγινε βιομηχανικός. Είκοσι-είκοσι. Η ομάδα που πέφτει γίνεται το χαλί για την ομάδα που έρχεται. Είναι η απόλυτη υλικότητα: το αίμα που ποτίζει το χώμα, ο τοίχος που δέχεται τις σφαίρες, το βλέμμα που συναντούν την κάννη.

Και εκεί, μέσα σε αυτή την κρεατομηχανή, γεννιέται η «μεταφυσική της στάσης». Το να στέκεσαι όρθιος ενώ ξέρεις ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα είσαι μάζα από σάρκα και κόκαλα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ήττα της εξουσίας: να μην μπορεί να σε συντρίψει ηθικά πριν σε σκοτώσει. Οι 200 αρνήθηκαν στον κατακτητή το τελευταίο του τρόπαιο: τον φόβο τους.

IV.  Από το Σκοπευτήριο στο Instagram

Και ερχόμαστε στο «σήμερα», όπου η τραγωδία επιστρέφει ως φάρσα, ή μάλλον ως ψηφιακό αρχείο. Οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων, τραβηγμένες από το βλέμμα του Γερμανού θύτη —που κρατούσε την εικόνα ως λάφυρο— καταλήγουν στο Μέγαρο Μαξίμου.

Προσέξτε τη σκηνοθεσία: Η Μενδώνη μεταφέρει το αρχείο, ο Πρωθυπουργός το κοιτάζει με τη δέουσα σοβαρότητα (αυτή που του έχουν μάθει οι επικοινωνιολόγοι για τις δύσκολες αποστολές), και τα φλας ανάβουν. Η Ιστορία, που θα έπρεπε να είναι ένα πυρακτωμένο σίδερο στο πρόσωπο της εξουσίας, τακτοποιείται σε ένα κομψό, πρωθυπουργικό στιγμιότυπο.

Είναι το απόλυτο θράσος. Ο αρχηγός μιας παράταξης που ιστορικά ταυτίστηκε με τις διώξεις, τα ξερονήσια, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και τον αποκλεισμό κάθε τι «κόκκινου», εμφανίζεται τώρα ως ο στοργικός πατέρας της μνήμης των κομμουνιστών.

Πώς μπορείς να επικαλείσαι τους 200 χωρίς να ζητήσεις συγγνώμη για το μεταπολεμικό κράτος που έστησε η παράταξή σου πάνω στα οστά τους;

Πώς μπορείς να αγγίζεις αυτές τις φωτογραφίες, όταν η πολιτική σου γενεαλογία δυσφορούσε (και δυσφορεί) μπροστά σε κάθε μορφή αντίστασης που δεν χωράει στα καλούπια της «νομιμοφροσύνης»;

V. Η Καισαριανή τόπος ελέγχου

Η Καισαριανή δεν είναι οικόπεδο για «εθνικές συμφιλιώσεις» της δεκάρας. Είναι τόπος ελέγχου. Ελέγχει ποιος μιλάει και από πού μιλάει.

Σήμερα, το να πηγαίνεις στην Καισαριανή ως «διαχειριστής συμβόλων» είναι μια πράξη ύβρεως. Η μνήμη απαιτεί αυτογνωσία και, κυρίως, ντροπή. Δεν είναι ένα θεσμικό ραντεβού για να γεμίσει το πρόγραμμα της ημέρας.

Η Καισαριανή ελέγχει ποιος δικαιούται να φέρει το όνομα του κομμουνιστή —όχι ως σφραγίδα κόμματος, αλλά ως στάση ζωής απέναντι στην αδικία. Ελέγχει ποιος πλησιάζει τη μάντρα με συνείδηση της ιστορικής ευθύνης και ποιος με το ένστικτο αυτού που απλά ασκεί επιρροή.

VI. Το βλέμμα που τσακίζει κόκαλα

Ας τελειώνουμε με τα ψέματα. Οι νεκροί της Καισαριανής δεν ανήκουν σε καμία «μητσοτακική ευαισθησία». Ανήκουν σε εκείνη την πλευρά της Ιστορίας που δεν γονάτισε, που δεν έκανε δήλωση μετάνοιας, που δεν έγινε εικόνα σε σαλόνια.

Υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία διαχωρίζει τους ανθρώπους αμείλικτα:

Από τη μία, εκείνοι που στέκονται απέναντι στον θάνατο προασπιζόμενοι την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Από την άλλη, εκείνοι που στέκονται απέναντι στην κάμερα προασπιζόμενοι την αξιοπρέπεια της εξουσίας τους.

Αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται με καμία «δωρεά αρχείου» και κανένα λογύδριο. Η Καισαριανή παραμένει η υλικότητα ενός πολιτικού εγκλήματος. Και όσο η εξουσία προσπαθεί να την «εξημερώσει», τόσο οι 200 θα σηκώνονται από το χώμα για να της θυμίζουν ότι η Ιστορία δεν φωτογραφίζεται. Η Ιστορία εκδικείται.

Και αυτή η εκδίκηση, , δεν διορθώνεται με Photoshop. Τσακίζει κόκαλα.