
.© 2023 laconiatv.gr. All Rights Reserved. Designed By hit-media.gr
Στην εποχή της επικοινωνιακής ευχέρειας, οι λέξεις ταξιδεύουν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Είναι εύκολες, άμεσα διαθέσιμες και παράγουν άμεσο αποτέλεσμα. Ανάμεσα στις πιο συχνές λέξεις ~ γέφυρες της καθημερινότητάς μας είναι το «ευχαριστώ» και η επίκληση της «ευγνωμοσύνης». Πρόκειται για όρους ιερούς που σχεδιάστηκαν για να αναγνωρίζουν την αξία της ανθρώπινης επαφής, να φέρνουν κοντά τις ψυχές και να επιστρέφουν την ομορφιά που δεχτήκαμε.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η λεκτική αναγνώριση αποσυνδέεται από την πρακτική της συνέχεια; Πώς ένας μηχανισμός που φτιάχτηκε για να τιμά τον άλλον, μπορεί άθελά του να μετατραπεί σε ένα τυπικό κοινωνικό νόμισμα που απλώς καθησυχάζει τις δικές μας εσωτερικές εκκρεμότητες;
Στις ανθρώπινες σχέσεις αναπτύσσεται συχνά ένας λεπτός, εσωτερικός μηχανισμός. Υπάρχουν στιγμές που επιλέγουμε να προσφέρουμε χρόνο, σκέψη ή συναισθηματικό καταφύγιο. Αυτή η προσφορά δεν γίνεται με τη λογική της ανταλλαγής. Δεν επενδύουμε περιμένοντας κέρδος αλλά ενεργούμε από ένα αυθεντικό πλεόνασμα συναισθήματος έχοντας απλώς τη θέληση και τη δυνατότητα να σταθούμε δίπλα στον άλλον. Είναι μια χειρονομία που γεννιέται ελεύθερα και ολοκληρώνεται στην πράξη της.
Η απάντηση που εισπράττουμε είναι συχνά ένα θερμό, γεμάτο ευγένεια «ευχαριστώ». Εδώ όμως κρύβεται μια λεπτή, ανθρώπινη παγίδα. Το πρόβλημα δεν είναι η λέξη αλλά στο πλασματικό αίσθημα ασφάλειας που μπορεί να γεννήσει. Μόλις ειπωθεί η λέξη, η συνείδηση εκείνου που έλαβε την προσφορά τείνει να αναπαύεται. Νιώθει ότι «ξεχρέωσε».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το «ευχαριστώ» χρησιμοποιείται ως ένα είδος savoir vivre, ως ένας κώδικας δηλαδή καλών τρόπων και κοινωνικής ευγένειας που επιστρατεύεται για να εξαγοράσει την ενοχή μας απέναντι στην ίδια μας την παθητικότητα. Αντιλαμβανόμαστε, έτσι, ότι οι λέξεις μπορούν να λειτουργήσουν ως συναισθηματικό άλλοθι όταν δεν συνοδεύονται από συνέπεια. Θεωρούμε ότι η υποχρέωση έληξε τη στιγμή που ολοκληρώθηκε ο ήχος της λέξης. Η λέξη λειτουργεί ως μια εσωτερική διαγραφή του χρέους για εκείνον που έλαβε, αφήνοντας όμως τον άλλον να βιώνει την αντίφαση ανάμεσα σε μια λεκτική πληρότητα και ένα πρακτικό κενό .
«Η αληθινή ευγνωμοσύνη δεν είναι ο επίλογος μιας χάρης που λάβαμε, αλλά ο πρόλογος της ευθύνης να παραμείνουμε παρόντες στη ζωή εκείνου που μας στάθηκε αλλά και η αρχή μιας συμπεριφοράς που σέβεται και αναγνωρίζει το βάθος της προσφοράς.»
Αυτή η αναντιστοιχία ανάμεσα στα λόγια και τα έργα αποτελεί μια πολύ συγκεκριμένη, βουβή μορφή αχαριστίας, η οποία φοράει το πρόσωπο των καλών τρόπων. Το παράδοξο είναι ότι αν ποτέ εκφραστεί ένα παράπονο για αυτή την παθητική στάση, συχνά ενεργοποιείται ένας μηχανισμός άμυνας, μια λεπτή παραποίηση της πραγματικότητας: ‘’Μα αφού εξέφρασα την εκτίμησή μου, γιατί ζητάς κάτι παραπάνω;’’.
Αυτή η αντίδραση μετατοπίζει το κέντρο βάρους και προβάλλει το πρόβλημα στην απέναντι πλευρά. Ο αναγνώστης που έχει βρεθεί σε αυτή τη θέση αναγνωρίζει αμέσως το συναίσθημα… αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τα ίδια σου τα κριτήρια, παγιδευμένος στη σκέψη μήπως οι προσδοκίες σου είναι υπερβολικές, τη στιγμή που η αντικειμενική πραγματικότητα δείχνει μια ξεκάθαρη ασυμμετρία λόγων και έργων.
Φυσικά, οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε αυτή η συμπεριφορά αποτελεί γενικό κανόνα για κάθε μας σχέση. Υπάρχουν προσωπικότητες που λειτουργούν με μια βαθιά, έμπρακτη αμοιβαιότητα. Ωστόσο, όταν βρισκόμαστε σε ρόλους όπου η δική μας διάθεση για προσφορά είναι διαρκής και αυθόρμητη τείνουμε να δημιουργούμε άθελά μας ένα προηγούμενο.
«Όταν η γενναιοδωρία γίνεται η μόνιμη γλώσσα σου, οι άλλοι σταματούν να την ακούν ως επιλογή και αρχίζουν να την εκλαμβάνουν ως υποχρέωση.»
Όταν η παρουσία μας θεωρείται δεδομένη, η κοινωνική δυναμική τείνει να την ενσωματώνει ως μια μόνιμη, φυσική κατάσταση. Η αχαριστία εδώ δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με εχθρότητα ή κακία αλλά με μια ήσυχη, σχεδόν αόρατη απάθεια απέναντι στην κούραση του άλλου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκαλύπτεται η απόσταση που χωρίζει την αληθινή ευγνωμοσύνη από την έμπρακτη αμοιβαιότητα .Η ευγνωμοσύνη είναι η εσωτερική αναγνώριση της προσφοράς, ενώ η αμοιβαιότητα είναι η διάθεση και η ικανότητα να ανταποκριθούμε με τρόπο ουσιαστικό. Στην πράξη, αυτές οι δύο έννοιες δεν είναι πάντα ταυτόσημες. Κάποιος μπορεί να νιώθει ειλικρινά ευγνώμων για όσα του δώσαμε αλλά να του λείπει η συναισθηματική ωριμότητα, η ψυχική ικανότητα ή ακόμη και οι αντικειμενικές συνθήκες για να το δείξει έμπρακτα. Όταν η ροή προσφοράς από την πλευρά μας στερέψει ή ζητήσει υποστήριξη αυτή η αδυναμία ανταπόδοσης έρχεται στην επιφάνεια.
Η αλλαγή αυτή μπορεί να ερμηνευτεί λανθασμένα ως αποστασιοποίηση ή εγωισμός ~ έπαρση . Το άτομο που έχει συνηθίσει να προσέχει τους πάντες έρχεται τότε αντιμέτωπο με εσωτερικές ενοχές και σκέφτεται αν η φυσική του ανάγκη για ισορροπία αποτελεί σφάλμα ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απλή αναζήτηση αμοιβαίου σεβασμού.
Την ίδια στιγμή, η σύγχρονη πραγματικότητα, ενισχυμένη από την κουλτούρα των social media, τείνει να επιβραβεύει τη γοητεία της επιφανειακής επικοινωνίας ,της ψηφιακής εικόνας και των εύκολων εντυπώσεων. Η ικανότητα να προσφέρει κανείς τη σωστή φιλοφρόνηση, το ιδανικό χρονικά hashtag ή μια καλοστημένη έκφραση θαυμασμού, συχνά κερδίζει τις εντυπώσεις και την κοινωνική αποδοχή με μεγαλύτερη ευκολία από μια αθόρυβη, καθημερινή παρουσία.
«Στο θέατρο των εντυπώσεων, μια εύκολη φιλοφρόνηση εισπράττει το χειροκρότημα, την ίδια ώρα που μια αθόρυβη, ουσιαστική παρουσία μένει στα παρασκήνια.»
Ένας όμορφος λόγος προσφέρει μια στιγμιαία συναισθηματική ανάταση, η οποία είναι άμεσα καταναλώσιμη, σε αντίθεση με τη βαθιά, συνεπή στήριξη που χρειάζεται χρόνο για να αποτιμηθεί. Ωστόσο, η ίδια η φύση της προσφοράς εμπεριέχει μια βαθύτερη συνειδητοποίηση που ξεπερνά τις προσωρινές εντυπώσεις.
«Η προσφορά δεν εγγυάται πάντα την ανταπόδοση. Όμως διαμορφώνει τον χαρακτήρα εκείνου που προσφέρει, κι αυτό είναι ένα κέρδος που καμία απουσία δεν μπορεί να του στερήσει.»
Οι ισορροπίες της ανθρώπινης επαφής δεν ακολουθούν τους κανόνες μιας άμεσης εμπορικής συναλλαγής. Μόνο μέσα από τον εσωτερικό στοχασμό κερδίζεται η βεβαιότητα ότι η αλήθεια των προθέσεων έχει τον δικό της, αθόρυβο τρόπο να δικαιώνεται, αφήνοντας πίσω την τρέχουσα αδυναμία των γύρω μας να κατανοήσουν το μέγεθός της.
Η ουσιαστική δικαίωση δεν βρίσκεται στην αναμονή μιας εξωτερικής επιβεβαίωσης ή μιας μεταμέλειας που έρχεται πλέον χωρίς αντίκρισμα από εκείνους που εγκλωβίστηκαν στην ευκολία των λόγων. Η ισορροπία επιστρέφει ως μια εσωτερική πράξη ανεξαρτησίας και πίστης στη ροή της ζωής.
«Η μεγαλύτερη ελευθερία έρχεται τη μέρα που σταματάς να κοστολογείς την αξία της προσφοράς σου με βάση το μέγεθος της ανταπόκρισης των άλλων.»
Το «ευχαριστώ» παραμένει μια σπουδαία λέξη, αρκεί να μην αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο της παρουσίας ή ως γλωσσικό φίλτρο που ξεπλένει την απουσία έργων. Για όσους επιλέγουν να επενδύουν έμπρακτα, η πρόκληση είναι να απελευθερωθούν από το βάρος των ενοχών, αναγνωρίζοντας ότι η ικανότητά τους να δίνουν επειδή θέλουν και μπορούν αποτελεί δικό τους εσωτερικό πλούτο.
Η αυθεντική εκτίμηση δεν κρίνεται στην ευγένεια της στιγμής αλλά στη διάρκεια της συμπεριφοράς. Και τελικά, η ωριμότητα στις σχέσεις έρχεται όταν αντιληφθούμε ότι οι λέξεις αποκτούν το πραγματικό τους βάρος μόνο όταν χρησιμεύουν ως το θεμέλιο των πράξεων μας και όχι ως η μεταμφίεση της απουσίας τους.
Η αλήθεια είναι ότι στις σχέσεις έχουμε υπάρξει όλοι, κάποια στιγμή και από τις δύο πλευρές της ιστορίας έχουμε βρεθεί στη θέση εκείνου που προσφέρει αλλά και στη θέση εκείνου που δέχεται . Έχουμε νιώσει το μούδιασμα μιας βουβής αχαριστίας, αλλά, αν κοιτάξουμε με ειλικρίνεια μέσα μας, έχουμε επίσης παραλείψει να αναγνωρίσουμε ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα μας περισσότερο απ’ όσο προλάβαινε να καταγράψει η δική μας ωριμότητα εκείνη τη στιγμή. Η ανθρώπινη φύση είναι γεμάτη από τέτοιες ασυνείδητες ή συνειδητές αντιφάσεις.
Σε έναν κόσμο, λοιπόν, που συχνά πνίγεται στον θόρυβο των εύκολων εντυπώσεων, η πραγματική ανάγκη δεν είναι να χωριστούμε σε κατηγορίες ή να αναζητούμε ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη είναι η αγάπη, η βαθιά κατανόηση και η αμοιβαία αποδοχή , αξίες που δεν γεννιούνται στην ευκολία αλλά σμιλεύονται μέσα από τα κοινά μας λάθη και τις δοκιμασίες .
Η ουσιαστική ωριμότητα ίσως βρίσκεται ακριβώς εκεί ,στο να αρνούμαστε να αντιγράψουμε τη συμπεριφορά που κάποτε μας πλήγωσε όχι για να παραστήσουμε τους ηθικά ανώτερους αλλά γιατί καταλαβαίνουμε το παιχνίδι των ανθρώπινων αδυναμιών. Στις μέρες μας, ο κόσμος δεν χρειάζεται άλλους δικαστές αλλά σταθερές αναφορές, ανθρώπους που οι πράξεις τους έχουν διάρκεια και το "ευχαριστώ" τους έχει αντίκρισμα. Όταν επιλέγεις να σπας τον κύκλο της αχαριστίας με μια ήσυχη, σταθερή αξιοπρέπεια δεν κάνεις μια πράξη ηρωισμού αλλά μια δήλωση εσωτερικής ελευθερίας. Δεν το κάνεις για να αλλάξεις αναδρομικά το παρελθόν αλλά για να προστατεύσεις το μέλλον σου. Το κάνεις γιατί διατηρείς την πολύτιμη ικανότητα να εκτιμάς, να θυμάσαι και να επιστρέφεις τη στήριξη εκεί όπου κάποτε τη βρήκες. Η πιο αθόρυβη αλλά και πιο ουσιαστική δικαίωση έρχεται τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η συμπεριφορά των άλλων δεν κατάφερε να αλλοιώσει αυτό που είσαι και ότι η ποιότητα του χαρακτήρα σου παρέμεινε το πιο ακριβό και αδιαπραγμάτευτο κομμάτι του εαυτού σου.
Λίλα Κακαλέτρη
Φιλόλογος με πιστοποιητικό στην Δικαστική Ψυχολογία