Παλαιότερα, όταν τα πρωτάκια πήγαιναν στο σχολείο, τα καλοδέχονταν τέσσερα καλά παιδιά, αδελφάκια, η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η Λόλα, μέσα από τις σελίδες του παλαιού και πολυαγαπημένου Αλφαβηταρίου.
Τα τέσσερα αδέρφια, κατοικούσαν με τους γονείς και τη γιαγιά τους σ’ ένα απλό και όμορφο σπιτάκι με κεραμίδια, στην πόλη. Ήταν φρόνιμα και καλόκαρδα παιδιά, με ξάστερα χαμογελαστά πρόσωπα και λαμπερά μάτια, σέβονταν και αγαπούσαν τους γονείς, τη γιαγιά τους, τους δασκάλους τους και τους μεγαλυτέρους, διάβαζαν και φρόντιζαν να είναι καλοί μαθητές και καλά παιδιά στο σχολείο, κάθε Κυριακή και γιορτή πήγαιναν με τους γονείς τους στην εκκλησία, αγαπούσαν την Πατρίδα κι έπαιρναν μέρος με πολύ καμάρι στις σχολικές Εθνικές Γιορτές και στις παρελάσεις κρατώντας καμαρωτά τη Γαλανόλευκη.
Η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η μικρή Λόλα, νοιάζονταν το ένα το άλλο, ήταν πάντα δίπλα στους γονείς και τη γιαγιά τους, πρόθυμα να βοηθήσουν σε ό,τι μπορούσαν, αγαπούσαν και φρόντιζαν τα ζωάκια του σπιτιού, έπεφταν ενωρίς για ύπνο το βράδυ, αφού έκαναν πρώτα την προσευχή τους, φιλούσαν με σεβασμό το χέρι της γιαγιάς τους αλλά και του ιερέα όταν τον συναντούσαν στον δρόμο και είχαν πολλούς μικρούς αλλά και μεγάλους φίλους.
Τα μεσημέρια κάθονταν με όλη την οικογένειά τους στο τραπέζι για να γευματίσουν, έπαιζαν με τους φίλους τους πολλά παιχνίδια στην αυλή και στον δρόμο, και μέσα στην αίθουσα του σχολείου ήταν φρόνιμα, υπάκουα, σεβαστικά στους δασκάλους τους και πρόσεχαν στο μάθημα.
Ήταν πάντα καλοντυμένα και καθαρά, χαίρονταν όλες τις εποχές του χρόνου αλλά και κάθε στιγμή της ημέρας και η πιο μεγάλη χαρά τους ήταν να κάθονται τον χειμώνα κοντά στο τζάκι με τη γιαγιά τους και να ακούνε τα παραμύθια και τις ιστορίες που τους έλεγε. Στις σχολικές εκδρομές έπαιζαν, χόρευαν και τραγουδούσαν και μάζευαν αγριολούλουδα, πετούσαν τον χαρταετό τις αποκριές κι όταν έπαιρναν τον έλεγχό τους με το «άριστα», στο τέλος της σχολικής χρονιάς, έτρεχαν να τον δείξουν στους γονείς και στη γιαγιά τους για να χαρούν.
Το πρωί, η Άννα και ο Μίμης (η Έλλη και η Λόλα ήταν ακόμα μικρές) πλένονταν με νερό και σαπούνι για να πάνε καθαρά και χτενισμένα στο σχολείο, έπιναν το γάλα που τους είχε ετοιμάσει η μητέρα, έκαναν την προσευχή τους, φιλούσαν τους γονείς και τη γιαγιά κι έφευγαν χαρούμενοι για το σχολείο τους.
Ήταν τόσο καλά παιδιά, με τόσο μεγάλη καρδιά και νου ανοιχτό, ώστε κάθε άνοιξη καλωσόριζαν με ενθουσιασμό τα χελιδόνια και τα παρακολουθούσαν με αγάπη να φτιάχνουν τις φωλιές τους. Τη Λαμπρή πήγαιναν με τους γονείς τους στην Ανάσταση κρατώντας τις στολισμένες λευκές λαμπάδες τους. Με το «Χριστός Ανέστη» έδιναν με τους γονείς τους το φιλί της Αγάπης κι όταν επέστρεφαν στο σπίτι, φιλούσαν το χέρι της γιαγιάς, της εύχονταν «Χριστός Ανέστη» και της έδιναν την αναμμένη λαμπάδα με το Άγιο Φως, για ν’ ανάψει, με τα τρεμάμενα χέρια της, το καντήλι στο εικονοστάσι.
Όταν καλοκαίριαζε, πήγαιναν οικογενειακώς στη θάλασσα. Έπαιζαν στο ακροθαλάσσι, δροσίζονταν στα γαλανά νερά και το μεσημεράκι έστρωναν ένα λευκό τραπεζομάντηλο κάτω από έναν πεύκο κι έτρωγαν με όρεξη τα κεφτεδάκια και τα βραστά αυγά που είχε ετοιμάσει η μητέρα, το τυρί, το ψωμί και τα φρούτα. Ύστερα τραγουδούσαν, έλεγαν ποιήματα και αστεία.
Με τη δασκάλα τους πήγαιναν περίπατους στα χωράφια, έβλεπαν τα κίτρινα στάχυα του σιταριού και μάθαιναν από την κυρία τους πώς γίνεται το ψωμί. Τα καλά παιδιά καλωσόριζαν το πρωί τον ζωοδότη ήλιο και το βράδυ καλησπέριζαν το φεγγάρι, ακούγοντας από το ανοιχτό παράθυρο το τραγούδι του γκιώνη.
Πού και πού πήγαιναν να επισκεφτούν το θείο και τη θεία τους, που ήταν σε ένα κτήμα έξω από την πόλη. Εκεί έβλεπαν τα ξαδέρφια τους, τον Ρήγα και τη Χρυσούλα κι εκείνα τους πήγαιναν στον στάβλο για να δουν και να χαϊδέψουν το άλογο, τον Ντορή. Ύστερα, έφταναν στο κοτέτσι για να ρίξουν σπόρους στις κοτούλες και στον μεγάλο κόκορα. Πάντα κατέληγαν στην αγελάδα που έβοσκε στο λιβάδι, για να την αρμέξει η θεία τους και να πιουν στο σπίτι το φρέσκο και καλό γάλα. Τα βράδια η καλή τους θεία, μετά το βραδινό φαγητό, τους έλεγε παραμύθια και πιο πολύ τους άρεσε εκείνο με τον κόκορα και τον φίλο του τον σκύλο, που όταν νύχτωσαν στο δάσος κοιμήθηκαν, ο κόκορας ψηλά στα κλαδιά ενός δέντρου και ο σκύλος χαμηλά στην κουφάλα του. Το πρωί λάλησε ο κόκορας, τον άκουσε μια αλεπού, πήγε κάτω από το δέντρο και προσκάλεσε τον κόκορα να πάει στη φωλιά της, για να τον περιποιηθεί. Ο κόκορας προφασίστηκε πως θέλει να ρωτήσει τον φίλο του που κοιμόταν στην κουφάλα, η αλεπού νόμισε πως ήταν εκεί και δεύτερος κόκορας, πλησίασε και τότε πετάχτηκε ο σκύλος και την έβαλε στο κυνήγι.
Όταν ερχόταν η στιγμή να φύγουν από το κτήμα του θείου τους ήταν όλοι στενοχωρημένοι. Αγκαλιάζονταν, ανανέωναν την υπόσχεση πως θα ξαναπάνε κι έφευγαν κρατώντας στο χέρι τους το καλάθι, με δώρα από το περιβόλι.
Όταν έφτανε ο καιρός των σχολικών εξετάσεων, η Άννα κι ο Μίμης, ετοιμάζονταν μαζί με όλα τα άλλα παιδιά για τη σχολική γιορτή: Άλλα θα έλεγαν ποιήματα, άλλα θα τραγουδούσαν και άλλα θα έκαναν έκθεση με ζωγραφιές.
Κι όμως, αυτά τα τέσσερα αξιολάτρευτα αδελφάκια (η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η Λόλα) του παλαιού Αλφαβηταρίου των Ι.Κ. Γιαννέλη και Γ. Σακκά (1955), θεωρήθηκε πως έδιναν αναχρονιστικά, συντηρητικά, οπισθοδρομικά, αντιδραστικά κλπ πρότυπα στα Ελληνόπουλα και αποβλήθηκαν δια παντός από το Ελληνικό Σχολείο, στα 1974, όταν καταργήθηκε το Αλφαβητάριο αυτό, το οποίο λατρεύτηκε από γενιές και γενιές Ελλήνων και που ακόμα το γυρεύουν και το αγοράζουν οι νοσταλγοί και το κρατούν ζωντανό στο νου και την καρδιά τους.
Τα πρότυπα που έδωσαν στα Ελληνόπουλα οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» (αντιμεταρρυθμίσεις πες καλύτερα) από το 1974 έως ΚΑΙ σήμερα, στη θέση της Άννας, του Μίμη, της Έλλης και της Λόλας, φαίνονται ξεκάθαρα από την εικόνα της σημερινής κοινωνίας και δη των νέων και δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό.
Σπάρτη 6-10-2026
Βαγγέλης Μητράκος






