Νοεμβρίου 02, 2026

Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Ο Γαλλικός Δρόμος - Ένα «μπαλέτο» ιστορίας, μπαχαλάκηδων και ιδιοκτησιακής υστερίας

Η Γαλλία, δεν είναι απλώς μια χώρα στον χάρτη της Δυτικής Ευρώπης με καλά τυριά, ακριβά κρασιά και έναν ψηλό σιδερένιο πύργο στο κέντρο της πρωτεύουσάς της. Η Γαλλία είναι και παραμένει διαχρονικά ένα θορυβώδες, ακατάστατο, αλλά εξαιρετικά καλόγουστο εργαστήριο πολιτικής διαμαρτυρίας και κοινωνικής αναρχίας.

Εκεί που ο μέσος Βαλκάνιος καταπίνει το αγγούρι της εκάστοτε αυθαιρεσίας αμασητί, μεμψιμοιρώντας στα καφενεία, κι εκεί που ο πειθαρχημένος Τεύτονας περιμένει υπομονετικά το πράσινο φανάρι ακόμη κι αν ο δρόμος είναι άδειος, ο Γάλλος έχει μια άλλη, εντελώς ιδιότυπη συνήθεια. Βγαίνει στο πεζοδρόμιο, βάζει φωτιά σε έναν κάδο απορριμμάτων, ανοίγει μια καλή μπορντό γαλλική φιάλη, ανάβει ένα τσιγάρο και απαιτεί τα ρέστα από το Κράτος.

Είναι μια συνήθεια που τους έμεινε προφανώς από το σωτήριον έτος 1789. Τότε ήταν που ο γαλλικός λαός κατάλαβε εντονότατα πως ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να σε ακούσει ο εκάστοτε Βασιλιάς, είτε φοράει στέμμα είτε κουστούμι Savile Row, είναι να του κόψεις το κεφάλι, ή έστω, στις μέρες μας, να του κάψεις το ολοκαίνουργιο SUV.

Από τις αιματηρές οδομαχίες του Μάη του ’68, την «εξέγερση των προαστίων» του 2005, το σαρωτικό κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», ως τις πρόσφατες οργισμένες διαδηλώσεις για το συνταξιοδοτικό, την κοινωνική ανισότητα και την κλιματική κρίση, ο γαλλικός δρόμος παραμένει ο κατεξοχήν χώρος όπου η κοινωνία επαναδιαπραγματεύεται τα δικαιώματά της. Όχι στις σάλες των κοινοβουλίων, όχι στα τηλεοπτικά πάνελ, αλλά εκεί,  στο κρύο τσιμέντο της Πλατείας Δημοκρατίας και της Πλατείας της Βαστίλης.

Ωστόσο, οι αστοί αναλυτές, οι σοβαροφανείς καθηγητάδες της πολιτικής επιστήμης και τα γραβατωμένα παπαγαλάκια των μέσων ενημέρωσης βρίσκονται σήμερα σε πλήρη σύγχυση. Προσπαθούν απεγνωσμένα να βάλουν το σημερινό γαλλικό κύμα διαμαρτυρίας μέσα στα παλιά, σκουριασμένα τους κουτάκια.

«Είναι η Αριστερά του Μελανσόν!», σκούζουν οι μεν συντηρητικοί, ψάχνοντας έναν βολικό κομματικό δάκτυλο. «Είναι οι φασίστες της Λεπέν!», αφορίζουν οι δε προοδευτικοί. «Είναι απλώς εγκληματίες και περιθωριακοί!», κραυγάζουν εν χορό τα συστημικά κανάλια.

Πλανώνται πλάνην οικτρά.

Η απόπειρα να ερμηνευθεί το σημερινό γαλλικό ξέσπασμα μέσα από μια ευθύγραμμη, μονοδιάστατη ή αυστηρά κομματική οπτική αποτυγχάνει παταγωδώς. Η ισχύς και η δυναμική του δεν βρίσκονται σε κάποιο κρυφό κομματικό στρατηγείο, αλλά ακριβώς στην ετερογένειά του. Μια πρωτοφανή πολλαπλότητα στην κοινωνική σύνθεση των συμμετεχόντων και μια πολυμορφία στο ρεπερτόριο των δράσεων.

Στο παρελθόν, τα πράγματα ήταν απλά, σχεδόν τακτοποιημένα. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις είχαν έναν σαφή ταξικό ή συνδικαλιστικό πυρήνα. Η εργατική τάξη, καθοδηγούμενη από τα παραδοσιακά συνδικάτα (όπως η ιστορική CGT), αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της διαμαρτυρίας. Υπήρχε περιφρούρηση, υπήρχαν ντοντούκες, υπήρχαν συγκεκριμένα αιτήματα και μια ηγεσία που στο τέλος καθόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση.

Τις τελευταίες δεκαετίες το τοπίο έχει αλλάξει άρδην. Στους δρόμους των γαλλικών πόλεων συναντώνται πλέον κοινωνικές ομάδες που μέχρι πρότινος βάδιζαν σε παράλληλους, μη διασταυρούμενους δρόμους.

Πρώτοι και καλύτεροι, οι μαθητές. Στην πλειοψηφία τους αυθόρμητοι και ανοργάνωτοι. Ξεκίνησαν από αιτήματα για μια παιδεία που καταρρέει σε μια Γαλλία σε κρίση, αλλά η λεγόμενη Gen Z φέρνει μαζί της κι άλλες ευαισθησίες. Διαδηλώνει για την κλιματική καταστροφή, απαιτεί κοινωνική δικαιοσύνη κι ένα βιώσιμο μέλλον. Δίπλα τους, οι φοιτητές. Είτε μέσα από αριστερές και αναρχοαυτόνομες ενώσεις είτε εντελώς αυτόνομα, φέρνουν στο δρόμο την απαραίτητη «τεχνογνωσία» των καταλήψεων και των διαδηλώσεων. Η Μασσαλιώτιδα ακούγεται στα σοκάκια του Παρισιού μαζί με τον ύμνο της Διεθνούς, ένας ιδεολογικός αχταρμάς, θα πει κανείς, αλλά με τρομερή αισθητική και εκρηκτική δυναμική!

Στη συνέχεια, η μισθωτή εργασία: Δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, νοσοκόμες, αλλά και οι σύγχρονοι προλετάριοι -οι εργαζόμενους στην πλατφορμική οικονομία, οι ντελιβεράδες και οι νέοι εργαζόμενοι στην απόλυτη επισφάλεια. Βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να καταρρέει, τις συντάξεις τους να απομακρύνονται σαν αντικατοπτρισμός και το μέλλον τους να διαγράφεται δυσοίωνο. Η εικόνα των πυροσβεστών της CGT να απωθούν με τα χέρια τις διμοιρίες των διαβόητων γαλλικών ΜΑΤ (CRS) στους δρόμους του Παρισιού είναι απλώς μνημειώδης.

Δίπλα τους, η ξεχασμένη περιφέρεια. Κάτοικοι ημιαστικών και αγροτικών περιοχών, οι οποίοι αισθάνονται παραμελημένοι από την κεντρική, τεχνοκρατική εξουσία του Παρισιού. Άνθρωποι που υπομένουν τη συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών, το κλείσιμο των νοσοκομείων και τη διάλυση των μεταφορών.

Και φυσικά, οι αγαπημένοι των τηλεοπτικών δελτίων, το ετερόκλητο «μαύρο μπλοκ». Αναρχικοί, γαλλική νεολαία δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστευτικής καταγωγής από τα υποβαθμισμένα προάστεια, φτωχοδιάβολοι που βγαίνουν για πλιάτσικο, παιδιά γεμάτα οργή που μισούν ένα σύστημα (και τα σύμβολά του) που τα έχει καταδικάσει σε περιθωριοποίηση πριν καν γεννηθούν.

Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα καθιστά το κίνημα εξαιρετικά ανθεκτικό, καθώς δεν μπορεί εύκολα να απομονωθεί ή να χαρακτηριστεί ως περιθωριακό. Όταν η συνδικαλισμένη νοσοκόμα διαδηλώνει δίπλα στον αυτόνομο φοιτητή και τον συνταξιούχο της επαρχίας, η κρατική προπαγάνδα δυσκολεύεται να πείσει ότι πρόκειται απλώς για «συμμορίες ταραξιών».

Όμως η πολλαπλότητα δεν περιορίζεται στα πρόσωπα· επεκτείνεται και στις μεθόδους. Το παραδοσιακό «ρεπερτόριο δράσης» δηλαδή οι προγραμματισμένες, περιφρουρούμενες απεργιακές κινητοποιήσεις και οι εγκεκριμένες πορείες από την αστυνομία, δεν είναι πλέον το μοναδικό μέσο έκφρασης.

Το σημερινό γαλλικό κύμα συνιστά ένα υβρίδιο θεσμικών και εξωθεσμικών μορφών αγώνα. Από τη μία, οι «παραδοσιακές» απεργίες των συνδικάτων παραλύουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας (μεταφορές, διυλιστήρια, ενέργεια, καθαριότητα). Από την άλλη, μόλις τελειώσει η οργανωμένη και ειρηνική πορεία, ξεκινά το «τρίτο ημίχρονο»: οι περίφημες άγριες διαδηλώσεις.

Μικρές, ευέλικτες, αποκεντρωμένες ομάδες διαδηλωτών, συντονισμένες αστραπιαία μέσω social media (Telegram, TikTok, Signal), οργανώνουν απρόβλεπτες και χαοτικές κινητοποιήσεις σε διάφορες γωνιές της πόλης. Στόχος; Να αποσυντονίσουν και να εξαντλήσουν τις δυνάμεις καταστολής. Στο παιχνίδι μπαίνουν ακτιβιστικές παρεμβάσεις, συμβολικές καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων, μπλόκα σε κομβικές οδικές αρτηρίες και πράξεις πολιτικής ανυπακοής. Η ψηφιακή δικτύωση επιτρέπει τον άμεσο συντονισμό χωρίς την ανάγκη μιας αυστηρά πυραμιδικής, γραφειοκρατικής ηγεσίας.

Αυτό το πολυμορφικό ρεπερτόριο δημιουργεί μια διαρκή ρευστότητα. Η εικόνα μεταλλάσσεται μέσα σε λίγες ώρες, από μια ειρηνική, μαζική και γιορτινή διαδήλωση το μεσημέρι, σε μια επιθετική, χαοτική εξόρμηση το ίδιο βράδυ.

Εδώ όμως, κρύβεται η μεγάλη τραγωδία  και η μόνιμη, αιώνια αντίφαση της ανθρώπινης βλακείας.

Όταν τα χτυπήματα εναντίον των συμβόλων του πλούτου (τράπεζες, πολυεθνικές, luxury brands) συνοδεύονται από εμπρησμούς δημοσίων κτιρίων (βλέπε το Δημαρχείο της Λιμόζ) και κυρίως από λεηλασίες μικρομάγαζων, ο μηχανισμός του συστήματος τρίβει τα χέρια του.

Τα δεκάδες βίντεο με απελπισμένους μικροϊδιοκτήτες να προσπαθούν να υπερασπιστούν τη μικρή τους επιχείρηση απέναντι σε εισβάλλοντες πλιάτσικα, αποτελούν το καλύτερο ανέλπιστο δώρο για Μαρίν Λεπέν και την Ακροδεξιά εν όψει των επόμενων προεδρικών εκλογών.

Ο μικροαστός, βλέπετε, όταν νιώθει ότι απειλείται το μαγαζάκι του, η βιτρίνα του ή το καλοπλυμένο αμάξι του, δεν σκέφτεται ούτε την κρίση του καπιταλισμού, ούτε την κατάρρευση του εκπαιδευτικού συστήματος, ούτε την αυταρχική εκτροπή της Πέμπτης Δημοκρατίας. Σκέφτεται τη δόση του δανείου του. Και τρομοκρατημένος, τρέχει εν ριπή οφθαλμού στην αγκαλιά του «Νόμου και της Τάξης».

Η τυφλή βία και το πλιάτσικο μονοπωλούν «βολικά» τη δημόσια συζήτηση στην τηλεόραση. Τα συστημικά μέσα ενημέρωσης στήνουν ένα καθημερινό πανηγύρι υστερίας, υποβιβάζοντας σε δεύτερο και τρίτο πλάνο τα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα που πυροδοτούν τις κινητοποιήσεις, τα πολλαπλά και δίκαια αιτήματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των διαδηλωτών, και κυρίως το όργιο της αστυνομικής καταστολής, το οποίο μετρά ήδη νεκρούς, ακρωτηριασμένους διαδηλωτές από χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και χιλιάδες προληπτικές ή εκδικητικές συλλήψεις.

Η προσπάθεια των πολιτικών ηγεσιών και των αναλυτών της πεντάρας να εντάξουν τη γαλλική πραγματικότητα σε διλήμματα φως  σκότος («Μελανσόν - Λεπέν», «Κράτος - Αναρχικών», «Ειρηνικοί διαδηλωτές - Βίαιοι ταραξίες») αποτυγχάνει παταγωδώς για τρεις βασικούς λόγους.

Πρώτον, αγνοεί την οριζόντια οργάνωση: Τα παραδοσιακά κόμματα δυσκολεύονται αφάνταστα να κατευθύνουν ή να καπηλευτούν πολιτικά το κίνημα. Ακόμη κι αν ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν εμφανίζεται χαμογελαστός ανάμεσα σε μαθητές και φοιτητές, η ηγεμονία δεν ασκείται πλέον από έναν κεντρικό φορέα, αλλά διέπεται από οριζόντια δικτύωση.

Δεύτερον, παραβλέπει τη συστημική αμφισβήτηση: Η οργή δεν αφορά ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο ή μια μεμονωμένη μεταρρύθμιση. Εκφράζει μια βαθύτερη κρίση αντιπροσώπευσης, μια συνολική αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία στην Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία από μια αλαζονική, τεχνοκρατική ελίτ.

Τρίτον, υποτιμά τη συνέργεια των διεκδικήσεων: Όταν η απόρριψη της κρατικής εξουσίας συναντά την οργή για το κόστος ζωής, την απαίτηση για καλύτερη παιδεία, αυξήσεις μισθών και αξιοπρεπείς συντάξεις, η ανάλυση δεν μπορεί να είναι μονοθεματική. Είναι ένα ζωντανό, μεταβαλλόμενο σύστημα που τρέφεται από την ίδια του την ετερογένεια.

Για να κατανοήσουμε λοιπόν τη σημερινή Γαλλία και κατ' επέκταση την Ευρώπη που παρακολουθεί αμήχανη, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τις γραμμικές βεβαιότητες και τα στενά ιδεολογικά καλούπια.

Από τη μία, πρέπει να φτύσουμε τον ακροκεντρώο και συντηρητικό στρουθοκαμηλισμό, που προσπαθεί να ποινικοποιήσει κάθε κοινωνική αντίδραση, βαφτίζοντας «τρομοκράτες» όσους αρνούνται να εξαθλιωθούν σιωπηλά.

Από την άλλη, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε έναν επιπόλαιο «επαναστατικό λυρισμό», ο οποίος εξιδανικεύει τυφλά τις κινητοποιήσεις, κλείνοντας τα μάτια στην υπαρκτή, αντικοινωνική πτυχή του πλιάτσικου και των εμπρησμών που καταστρέφουν τη ζωή του βιοπαλαιστή και χαρίζουν όπλα στην Ακροδεξιά.

Η κοινωνική διαμαρτυρία στον 21ο αιώνα δεν είναι πλέον ένας ευθύγραμμος δρόμος που οδηγεί από το αίτημα στη διαπραγμάτευση. Είναι ένα πολύπλοκο, χαοτικό, πολυεπίπεδο δίκτυο αντίδρασης. Η αναγνώριση αυτής της πολλαπλότητας είναι το πρώτο βήμα όχι μόνο για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει στους δρόμους του Παρισιού, αλλά και για να προετοιμαστούμε για τις κοινωνικές εκρήξεις που έρχονται με μαθηματική ακρίβεια στη δική μας γειτονιά.

Spartan Lift Systems
Καιρός στη ΣπάρτηΠρόγνωση επόμενων ημερών
© 2023 LaconiaTV. All Rights Reserved. Designed By hit-media.gr