
.© 2023 laconiatv.gr. All Rights Reserved. Designed By hit-media.gr
Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ ολοκλήρωσε τις εργασίες του. Η αυλαία έπεσε, αλλά η καθημερινότητα και το παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι η αμείλικτη πραγματικότητα της επόμενης μέρας.
Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ δεν αιφνιδίασε. Επιβεβαίωσε, με τη βεβαιότητα της επανάληψης, μια στρατηγική που εδώ και χρόνια διακηρύσσεται χωρίς περιστροφές: καμία συμμαχία, κανένας συμβιβασμός, κανένα μέτωπο με δυνάμεις που κινούνται εντός του «συστήματος». Ο Δημήτρης Κουτσούμπας μίλησε για τη «γνήσια, αγωνιστική, αληθινή λαϊκή αντιπολίτευση» και χαρακτήρισε ως βαθιά λαθεμένες και αποπροσανατολιστικές τις προτάσεις για προοδευτικά ή δημοκρατικά μέτωπα, αφού, όπως υποστήριξε, οδηγούν απλώς στην αντικατάσταση ενός διαχειριστή από έναν άλλο.
Η ανάλυση είναι καθαρή, σχεδόν γεωμετρική. Από τη μία πλευρά το σύστημα.ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση, κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις, εναλλαγές εξουσίας. Από την άλλη το ΚΚΕ. Οι υπόλοιποι είτε κυβερνούν είτε προετοιμάζονται να κυβερνήσουν υπηρετώντας την ίδια στρατηγική. Οι διαφορές τους είναι δευτερεύουσες. Η ουσία παραμένει αμετάβλητη.
Όμως η πολιτική δεν είναι μόνο σχήμα, είναι και χρόνος. Και η Ιστορία σπάνια κινείται με απόλυτες ευθείες.
Το ΕΑΜ δεν γεννήθηκε από ιδεολογική καθαρότητα, αλλά από ιστορική ανάγκη. Σε συνθήκες Κατοχής, το ΚΚΕ δεν επέλεξε τη μοναχική πορεία, αλλά τη συγκρότηση ενός ευρύτατου λαϊκού μετώπου, που αγκάλιασε κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πολύ πέρα από τα στενά κομματικά του όρια. Ήταν ένας ελιγμός; Αναμφίβολα. Ήταν όμως και η μοναδική απάντηση σε μια κοινωνία που λιμοκτονούσε και αντιστεκόταν. Χωρίς εκείνη την «ακαθαρσία», δεν θα υπήρχε μαζικό κίνημα, δεν θα υπήρχε λαϊκή νομιμοποίηση, δεν θα υπήρχε Ιστορία γραμμένη από τα κάτω.
Το 1944 υπήρξε η πιο τραγική απόδειξη ότι οι συσχετισμοί δεν συγχωρούν τις αυταπάτες. Οι συμφωνίες, οι συμβιβασμοί, οι ελιγμοί ,από τον Λίβανο μέχρι την Καζέρτα, δεν ήταν επιλογές άνεσης, αλλά κινήσεις μέσα σε ένα διεθνές και εσωτερικό πλαίσιο ασφυκτικά δυσμενές. Μπορεί κανείς να τις κρίνει, να τις απορρίψει, να τις αναστοχαστεί. Δεν μπορεί όμως να τις διαγράψει από την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, ούτε να προσποιηθεί ότι υπήρξε ποτέ μια «καθαρή» στιγμή έξω από τους συσχετισμούς δύναμης.
Η ΕΔΑ, αργότερα, δεν ήταν απλώς ένα εκλογικό σχήμα. Ήταν η πολιτική μορφή επιβίωσης της Αριστεράς σε συνθήκες διώξεων, φυλακών και εξοριών. Κι αν δεν πληρούσε τα κριτήρια της ιδεολογικής ορθοδοξίας, πληρούσε ένα άλλο καθοριστικό αποτέλεσμα, έδινε φωνή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατοι.
Το ίδιο ισχύει και για τη Μεταπολίτευση. Η δημοκρατική συνεργασία των πρώτων χρόνων δεν υπήρξε προϊόν αυταπάτης, αλλά αναγνώριση μιας κοινωνικής ανάγκης: να σταθεροποιηθεί η δημοκρατία, να ανοίξει πολιτικός χώρος, να ανασάνει μια κοινωνία που έβγαινε από τη δικτατορία. Χωρίς εκείνες τις συναινέσεις, η Αριστερά θα είχε ίσως διατηρήσει μεγαλύτερη καθαρότητα, αλλά μικρότερη επιρροή.
Ακόμη και θεωρητικά, η απόλυτη άρνηση των ελιγμών δύσκολα στέκει. Ο Λένιν, στον «Αριστερισμό, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», δεν επιτίθεται στον συμβιβασμό ως τέτοιον, αλλά στη μετατροπή της άρνησης σε αρχή. Χωρίς τακτική, η στρατηγική γίνεται πίστη. Και η πίστη, όταν δεν δοκιμάζεται στην πραγματικότητα, κινδυνεύει να γίνει αυτάρκης.
Η συζήτηση για τα μέτωπα δεν είναι, άλλωστε, μια σύγχρονη παρεξήγηση, αλλά παλιό και ανοιχτό ερώτημα του επαναστατικού κινήματος. Ο Λένιν αντιμετώπιζε τη συμμαχία όχι ως στρατηγικό ιδανικό, αλλά ως αναγκαίο εργαλείο σε συγκεκριμένες συνθήκες. Ο συμβιβασμός, έγραφε, δεν είναι προδοσία όταν αποσκοπεί στη συγκέντρωση δυνάμεων, αλλά γίνεται καταστροφικός όταν μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση. Στην ίδια γραμμή, ο Γκράμσι μίλησε για την ηγεμονία όχι ως επιβολή, αλλά ως οικοδόμηση κοινωνικών συμμαχιών μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Χωρίς ένα ιστορικό μπλοκ, χωρίς τη σύνδεση διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων σε ένα κοινό σχέδιο, η Αριστερά παραμένει μειοψηφική, ακόμη κι αν έχει δίκιο. Τα λαϊκά και αντιφασιστικά μέτωπα του 20ού αιώνα ,με όλες τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες τους, δεν γεννήθηκαν από θεωρητική χαλαρότητα, αλλά από την επίγνωση ότι η εξουσία δεν καταλαμβάνεται μόνο με καταγγελίες, αλλά με συσχετισμούς. Η άρνηση κάθε μετωπικής πολιτικής, στο όνομα της καθαρότητας, δεν αναιρεί απλώς αυτή την παράδοση· την αντιστρέφει, μετατρέποντας την τακτική σε απαγορευμένη λέξη και τη στρατηγική σε αναμονή.
Σήμερα, η θέση ότι κάθε εναλλακτική στη Δεξιά και στον Μητσοτάκη θα είναι «ίδια και χειρότερη» παράγει ένα παράδοξο αποτέλεσμα, αφοπλίζει πολιτικά την κοινωνία στο παρόν. Όταν η Αριστερά αρνείται εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα κυβερνητικής διεξόδου, δεν μένει ουδέτερη. Μεταθέτει τη σύγκρουση στο απροσδιόριστο μέλλον και αφήνει το παρόν να βαθαίνει τις πληγές του.
Η ενότητα της Αριστεράς δεν είναι εύκολη, ούτε αθώα. Είναι πάντα προσωρινή, πάντα αντιφατική. Αλλά ιστορικά υπήρξε ο μόνος τρόπος για να ανακοπεί η κυριαρχία της Δεξιάς και να δοθεί ανάσα σε κοινωνίες που ασφυκτιούσαν. Όχι ως τελικός σκοπός, αλλά ως αναγκαίο πέρασμα.
Και εδώ ίσως βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα, αν η Αριστερά δεν επιχειρεί να αλλάξει τους συσχετισμούς όταν αυτοί τη συνθλίβουν, πότε ακριβώς θα το κάνει;
Η Ιστορία δεν περιμένει την τελειότητα. Προχωρά με ρωγμές, με λάθη, με ατελείς επιλογές. Όποιος στέκεται στο περιθώριο, περιμένοντας την απόλυτη στιγμή, κινδυνεύει να μείνει θεατής ενός κόσμου που αλλάζει χωρίς αυτόν.
Και τότε, η καθαρότητα μοιάζει λιγότερο με αρετή και περισσότερο με σιωπή.